ΜΟΥΣΙΚΗ

Τσάρλι Γουάτς: Ο ντράμερ που ήθελε να πάει σπίτι του

Τσάρλι Γουάτς: Ο ντράμερ που ήθελε να πάει σπίτι του

Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ «Shine a Light» που γύρισε ο Μάρτιν Σκορσέζε το 2006, όπου οι Rolling Stones κινηματογραφούνται σε απόσταση αναπνοής κατά τη διάρκεια δύο συναυλιών που δίνουν πάνω στη μικρή σκηνή του Beacon Theater της Νέας Υόρκης, καταφέρνει κανείς να σταθεί μάρτυρας σε κάτι παραπάνω από το διάσημα διεγερτικό ζωντανό ηχόχρωμα και σκηνικό πάθος του θρυλικού συγκροτήματος. Είναι μια κοντινή, ανθρώπινη αύρα και μια ακατέργαστη, στενή απόσταση από την αληθινή μουσικότητα και θεατρικότητα του καθενός από τους τέσσερις βετεράνους Αγγλους σούπερ σταρ μουσικούς, που νιώθει κανείς πως εισπράττει. Τριγύρω εκρήγνυνται φώτα σαν βεγγαλικά, τα σαγηνευτικά αρ-ντεκό στοιχεία του ιστορικού θεάτρου-συμβόλου της Νέας Υόρκης και της χρυσής μεσοπολεμικής εποχής της εμφανίζονται σχεδόν μυθικά μέσα στο ημίφως και τις λάμψεις, κάπως όπως ο ίδιος ο Μικ Τζάγκερ που, έχοντας πατήσει τα 60, μοιάζει να ξεγελάει τον χρόνο και να βάζει φωτιά στη σκηνή με τον θεατρικό του ναρκισσισμό.

Οι δύο κιθαρίστες της μπάντας, ο Κιθ Ρίτσαρντς και ο Ρόνι Γουντ, μοιάζουν κι αυτοί, σαν τον Τζάγκερ, να υποδύονται σταθερά καλά τους εαυτούς τους, την περσόνα που έχουν φτιάξει και κερδίσει μέσα από αμέτρητες συναυλίες, ηχογραφήσεις και ιστορίες τα προηγούμενα 40 χρόνια: μέσα στον απαστράπτοντα συναυλιακό χώρο της μεγάλης μητρόπολης, αυτοί οι Αγγλοι, που έφτιαξαν μια μπάντα στις αρχές του ’60 στο δυτικό Λονδίνο επειδή αγαπούσαν το αμερικανικό μπλουζ, μοιάζουν ακόμα, με τα τσιγάρα στο στόμα και τα εκκεντρικά τους ρούχα, σαν εκτυφλωτικά αστέρια της σόου μπίζνες.

Και όμως υπάρχει κάποιος εκεί πίσω, πίσω από ένα σχετικά μικρό σετ από ντραμς, που κρατάει τον ρυθμό, και αυτός δεν μοιάζει καθόλου με ροκ σταρ. Στέκεται με την πλάτη όρθια, με ένα ύφος γαλήνης και σιγουριάς, φοράει ένα συνηθισμένο μονόχρωμο t-shirt, έχει κομμένα κοντά σε ένα συνηθισμένο κούρεμα τα γκρίζα μαλλιά του – σχεδόν μπορεί κανείς να πει πως δεν ανήκει σε αυτή την παρέα από αστραφτερούς, απέθαντους ροκ σταρ. Πράγματι, ο Τσάρλι Γουάτς –ο ντράμερ των Rolling Stones για τα τελευταία 58 χρόνια– μας προσφέρει στην ταινία του Σκορσέζε μια πιστή εικόνα της ίδιας της ζωής του και του ήθους που τη χαρακτήριζε: «Νέα κορίτσια να σε κυνηγούν στον δρόμο και να στριγγλίζουν… Πόσο φρικτό!», είχε πει κάποτε σε μια συνέντευξη στην Guardian, σχολιάζοντας το πώς είναι να είσαι διάσημος, ενώ μια γνωστή φράση του ήταν η εξής: «Δεν μου αρέσει να φεύγω από το σπίτι μου. Αγαπώ αυτό που κάνω, αλλά θέλω πολύ κάθε βράδυ να γυρνάω σπίτι μου» (κάτι που επιβεβαιώνει και ο συγγραφέας Φίλιπ Νόρμαν, κάποιος που έχει γράψει, μεταξύ άλλων βιογραφιών ροκ καλλιτεχνών, εκτενώς για τους Rolling Stones, δηλώνοντας κάπου πως ο Γουάτς του έδινε την εντύπωση «ενός ανθρώπου που ζούσε με μια συνεχή ελπίδα να πάρει το επόμενο αεροπλάνο για το σπίτι του»).

⇒ Διαβάστε επίσης: Ο μουσικός που έκανε τα ντραμς να μιλάνε

Ενας καλοντυμένος, φιλήσυχος, εύπορος Λονδρέζος τζέντλεμαν που ζούσε σε μια φάρμα στο Ντέβον, όπου εξέτρεφε αραβικά άλογα και συνέλεγε παλιά αυτοκίνητα, ο Τσάρλι Γουάτς έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες ημέρες, στις 24 Αυγούστου, σε ηλικία 80 ετών, ειρηνικά, σε ένα νοσοκομείο του Λονδίνου. Σε λίγο καιρό, στα τέλη του Σεπτέμβρη, η θρυλική του μπάντα θα ξεκινήσει ακόμα μία περιοδεία στην Αμερική – περιοδεία που ήταν προγραμματισμένη για την περασμένη χρονιά, αλλά αναβλήθηκε λόγω της πανδημίας.

Ενας εκπρόσωπός του, όταν ο μουσικός γιόρτασε τα 80στά του γενέθλια τον Ιούνιο που πέρασε, δήλωσε πως δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει το συγκρότημα αυτήν τη φορά στην Αμερική, με αφορμή μια επιπλοκή στην υγεία του. «Για πρώτη φορά φαίνεται πως δεν μπορώ να ακολουθήσω τον ρυθμό!», δήλωσε χιουμοριστικά, τότε, ο ίδιος, ένα ρυθμό που κρατούσε σταθερά, αποτελεσματικά και σεμνά για παραπάνω από μισό αιώνα – σαν «το καρδιοχτύπι που έκανε τους Rolling Stones τη μεγαλύτερη ρολ-εν-ρολ μπάντα του πλανήτη», όπως δήλωσε πρόσφατα ο τραγουδιστής των The Who, Ρότζερ Ντάλτρεϊ.

Κι όμως, δεν ήταν στ’ αλήθεια το ροκ-εν-ρολ που αγάπησε αληθινά ο Γουάτς. Ηταν η αφροαμερικάνικη μουσική παράδοση που τρύπωσε στην αγγλική καρδιά του από τη νεότητά του, κάτι που άλλωστε συνέβη και στο ίδιο το συγκρότημά του, που ξεκίνησε σαν μπλουζ μπάντα στην αρχή των 60s – «λευκά Εγγλεζάκια που έπαιζαν μαύρη μουσική από την Αμερική», όπως είχε πει ο ίδιος.

Στα 16 του έφυγε από το σπίτι του για να σπουδάσει στη σχολή τεχνών του Χάροου και, το 1960, στα 19 του εικονογράφησε μια μικρή ιστορία στη μνήμη του γίγαντα της τζαζ, σαξοφωνίστα Τσάρλι Πάρκερ. «Ωδή σε ένα υψιπετές πουλί», την ονόμασε και, με μια συγκινητικά «παιδική» γραφή, απέδωσε ένα μικρό φόρο τιμής στον Bird, όπως ήταν το ψευδώνυμο του Πάρκερ. Η μικρή αυτή ιστορία έγινε διαθέσιμη στο κοινό σε μια, σπάνια πλέον, κυκλοφορία του 1991, που συνοδεύτηκε από μια μικρή ηχογράφηση (μονάχα μισής ώρας), σε μια από αυτές τις σπανιότατες στιγμές που τα κόμικς αποκτούν σάουντρακ. Στην ηχογράφηση ηγείται ένας από τους σημαντικότερους τζαζ μουσικούς της Βρετανίας, ο Πίτερ Κινγκ, και τα τύμπανα του Γουάτς ακούγονται αυτήν τη φορά αλλιώς – λες και έχουν βρει το φυσικό τους περιβάλλον.

«Το ροκ-εν-ρολ είναι περιοριστικό», είχε πει το 1993 ο ίδιος. «Δεν υπάρχει κίνηση εκεί. Αν κινηθείς, αν μετατοπιστείς, αυτό συνιστά λάθος, είναι κάτι που δεν λειτουργεί». Αλλά ξέρεις τι; Η τζαζ αναπνέει… η αυτοσχεδιαστική μουσική αναπνέει. Εχει μια ελαστικότητα που είναι πολύ πολύ δύσκολο να αποδώσεις καλά».

Ισως να είναι αυτή η ελαστικότητα που φαίνεται να υποβόσκει μέσα στις μπαγκέτες του, στο φόντο της φωτεινής χλαπαταγής αυτών των κονσέρτων της Νέας Υόρκης που κινηματογράφησε ο Σκορσέζε. Μια λαχτάρα για τζαζ αυτοσχεδιασμό που μοιάζει πνιγμένη στη ζωή του ροκ ντράμερ, αλλά που, για πάνω από μισό αιώνα, πλούτισε τους Rolling Stones με την ανάσα της Αφρικής, που κάποτε συνάντησε με μια δημιουργική έκρηξη την Αμερική – τη σπίθα αυτή που γέννησε, άλλωστε, τη μεγάλη βρετανική μπάντα.

Και, αναρωτιέται κανείς, αν είναι δόκιμο να θεωρήσουμε πως αυτή η σπίθα συνέβαλε στην ουρανομήκη εμβέλεια της μπάντας αυτής και αν ο Γουάτς υπήρξε ο σεμνός, σιωπηλός πρωταγωνιστής της. Ίσως η γνωστή ιστορία από τα παρασκήνια της μπάντας – μια ιστορία κάπου μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, βασισμένη σε μια διήγηση του ο Κιθ Ρίτσαρντς – να εικονογραφεί πετυχημένα κάτι τέτοιο. Αρχές του ’80, πέντε το πρωί, σε ένα ξενοδοχείο στο Άμστερνταμ και κατα τη διάρκεια μιας περιοδείας, ο Γουάτς (αρκετά προβλέψιμα) είχε προτιμήσει να πάει για ύπνο, ενώ η υπόλοιπη μπάντα βρισκόταν σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Ο Μικ Τζάγκερ του τηλεφώνησε ξυπνώντας τον και λέγοντας του «πού είναι ο ντράμερ μου;», και αυτός σηκώθηκε, έβαλε ένα κοστούμι και λίγη ώρα μετά τον επισκέφθηκε και του έριξε μια μπουνιά λέγοντας του: «Δεν είμαι ο ντράμερ σου. Εσύ είσαι ο τραγουδιστής μου!».

* Ο κ. Δημήτρης Καραΐσκος είναι δημοσιογράφος και γραφίστας.