ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Αθήνα δεν αλλάζει εν ριπή οφθαλμού

Η αρχιτέκτων τοπίου Ελλη Παγκάλου μιλάει για την ανάπλαση της Πανεπιστημίου και τα «μυστικά» μιας βιώσιμης πόλης

i-athina-den-allazei-en-ripi-ofthalmoy-561573973

«Ενα πλήρες σχέδιο για την Αθήνα δεν μπορεί να συμβεί εν ριπή οφθαλμού», τονίζει στην «Κ» η Ελλη Παγκάλου, «αλλά σε βάθος χρόνου και προϋποθέτει μια ιεράρχηση και ενορχήστρωση αστικών επεμβάσεων που απαιτούν διάρκεια και ωρίμανση στον χρόνο. Με αυτή την έννοια, η ανάπλαση της Πανεπιστημίου είναι μία από τις πρώτες πράξεις σε αυτή τη μακρά διαδικασία». Η διακεκριμένη αρχιτέκτων τοπίου έχει υπογράψει μελέτες αρχιτεκτονικής τοπίου σε δημόσιους χώρους, σε κτίρια γραφείων και κτίρια πολλαπλών χρήσεων, καθώς και διαμορφώσεις περιβάλλοντος χώρου σε κατοικίες και συγκροτήματα κατοικιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Στο portfolio της ξεχωρίζουν σημαντικά έργα, όπως ο σχεδιασμός του Πάρκου Σταύρος Νιάρχος, η Ανάπλαση του Φαληρικού Ορμου κ.ά. Το αρχιτεκτονικό της γραφείο σε συνεργασία με την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων και την αρχιτέκτονα Ανδρονίκη Ξύστρα εκπόνησαν τη μελέτη της «Διαπλάτυνσης των πεζοδρομίων της οδού Πανεπιστημίου», η οποία περιλαμβάνει όλο το μήκος της οδού, από την πλατεία Συντάγματος έως την πλατεία Ομονοίας. Ο δημόσιος διάλογος για τα έργα στην κεντρικότερη αρτηρία της πρωτεύουσας συνεχίζεται με αμείωτη ένταση κι έτσι μια συζήτηση με την Ελλη Παγκάλου έχει ιδιαίτερη αξία, προκειμένου να μας λύσει ορισμένες βασικές απορίες αλλά και να αναλύσει το σκεπτικό της για μια Αθήνα βιώσιμη, φιλική και αισθητικά αναβαθμισμένη.

– Ο «Μεγάλος Περίπατος» δέχθηκε οξύτατη κριτική. Σας επηρέασε το αρνητικό κλίμα όταν δεχθήκατε να συμμετάσχετε στο έργο της Πανεπιστημίου;  

– Οι επεμβάσεις που γίνονται σε ευαίσθητα σημεία, σε τόπους που νοηματοδοτούν τη ζωή και την κίνηση, αλλά συγκεντρώνουν και τις συναισθηματικές προβολές μας, πάντοτε θα προκαλούν έντονες αντιδράσεις, ακόμα και οξύτατη κριτική όπως λέτε. Δεν συμμετείχαμε στην πιλοτική εφαρμογή του «Μεγάλου Περιπάτου», αλλά το γεγονός ότι έγιναν λάθη και φορτίστηκε αρνητικά, κατέδειξε για εμάς ακριβώς αυτό: ότι τα ευαίσθητα σημεία δεν χρήζουν αποφυγής για να μην εμπλακούμε σε ένα πεδίο έντασης και κριτικής στη δημόσια σφαίρα, αλλά αντιθέτως απαιτούν βαθύτερη ανάλυση, εμπλοκή και τριβή. Είχαμε λοιπόν τη δημιουργική αγωνία που πάντα υπάρχει όταν συνδιαλεγόμαστε με τα συστατικά στοιχεία του τόπου. Σε συνεργασία με την Τεχνική Υπηρεσία, τους επιστημονικούς συμβούλους του Δήμου Αθηναίων και τους μελετητές κυκλοφοριολόγους λάβαμε υπόψη όλα τα δεδομένα, για μια ολιστική προσέγγιση στην αναβάθμιση ενός ευαίσθητου και εμβληματικού αστικού τόπου, κάτι άλλωστε που υπάρχει σαν πρόκληση σε κάθε έργο, ανεξαρτήτως κλίμακας.

– Σημειώνω κάποια από τα «παράπονα» των κατοίκων. Μεγάλα εμπόδια στην κίνηση, κακή επιλογή το κλείσιμο της Βασ. Ολγας, αστοχίες με τους φοίνικες και τις ζαρντινιέρες. Θέλετε να σχολιάσετε κάτι;

– Ο «Μεγάλος Περίπατος» ήταν μια εισαγωγή στη σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα για βιώσιμες ανθεκτικές πόλεις. Συμβαίνει ήδη στα μεγάλα αστικά κέντρα του εξωτερικού. Ως τάση περιγράφει και αποτυπώνει μια εικόνα της πόλης όπου σταδιακά αποσύρονται τα αυτοκίνητα και ενισχύονται οι αστικές συγκοινωνίες, καθιερώνεται το ποδήλατο ως ένα πρότυπο μέσο μετακίνησης, συντελείται η πεζοδρόμηση κεντρικών αρτηριών, ανάμεσα σε άλλα.

Οι αρχές της βιώσιμης κινητικότητας, που έχουν αρχίσει και εφαρμόζονται στις περισσότερες πόλεις της Ευρώπης, προβλέπουν την καλλιέργεια της ποδηλατικής κουλτούρας.

– Αναφέρατε το ποδήλατο. Υπάρχει έντονη κριτική σε σχέση με το γεγονός ότι στο τελικό σχέδιο της μελέτης για τη νέα μορφή της Πανεπιστημίου δεν περιλαμβάνεται ξεχωριστή λωρίδα για το ποδήλατο. Τι ακριβώς προβλέπεται;

– Οι αρχές της βιώσιμης κινητικότητας, που έχουν αρχίσει και εφαρμόζονται στις περισσότερες πόλεις της Ευρώπης, προβλέπουν την καλλιέργεια της ποδηλατικής κουλτούρας ως συνώνυμο των αναγκών ενός πολίτη του 21ου αιώνα. H ουσιαστική προϋπόθεση δημιουργίας ενός ποδηλατοδρόμου σε ένα πυκνό αστικό κέντρο είναι η δυνατότητα διασύνδεσής του με ένα ευρύτερο δίκτυο ποδηλατοδρόμων, το οποίο τη δεδομένη στιγμή δεν υπάρχει στην Αθήνα. Εάν δεχθούμε ότι η τοπογραφία της Πανεπιστημίου το επιτρέπει –ενώ η συνολικότερη τοπογραφία του κέντρου δυστυχώς δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή προς το ποδήλατο–, δεν θέλαμε σε αυτή τη φάση να δημιουργήσουμε αποκομμένες ζώνες που δεν οδηγούν πουθενά και επαναφέρουν ξαφνικά και βίαια τον ποδηλάτη στη ροή της κυκλοφορίας των οχημάτων. Αντιθέτως θα θέλαμε ένας ποδηλάτης, που θα φέρει το ποδήλατό του με το μετρό μέχρι την Πανεπιστημίου, να μπορέσει να εισέλθει σε μια ολοκληρωμένη ποδηλατική αφήγηση που θα τον φέρει σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας, πάντοτε με ασφάλεια και τις βέλτιστες προδιαγραφές. Οταν λοιπόν δημιουργηθούν αυτές οι συνθήκες για ένα ευρύτερο δίκτυο ποδηλατοδρόμων που θα απλώνεται στην πόλη μας, η οδός Πανεπιστημίου θα μπορέσει τότε αναμφίβολα να καλωσορίσει ένα ζωτικό του κομμάτι, στο τμήμα της διαπλάτυνσης που αναπτύσσεται παράλληλα με τον δρόμο και τη ζώνη φύτευσης.

– Εχει γίνει μεγάλη συζήτηση για τα πλατάνια που θα φυτευθούν στην Πανεπιστημίου. Πώς καταλήξατε σε αυτά;

– Ως σχεδιαστική αρχή αναλύουμε πάντοτε το τοπίο στο οποίο καλούμαστε να επέμβουμε, αναγνωρίζοντας τα στοιχεία της υφιστάμενης βλάστησης, διακρίνοντας ποια έχουν ενδιαφέρον και μπορούν να ενισχυθούν, ποια χρήζουν υποστήριξης και αποκατάστασης και ούτω καθεξής. Τα πλατάνια ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, καθώς είναι ένα είδος που συναντάμε στην Αθήνα και ίσως δεν του έχουμε δώσει την πρέπουσα σημασία. Στην Πανεπιστημίου υπάρχουν σήμερα 50 πλατάνια. Η συνεισφορά των δένδρων αυτών στη σκίαση, ειδικά σε μια πόλη σαν την Αθήνα που κυριολεκτικά βάλλεται από τον καύσωνα, όπως και η ζωτική τους επίδραση στο άμεσο μικροκλίμα της περιοχής που τα φιλοξενεί, στάθηκαν οι βασικοί λόγοι της επιλογής των πλατανιών. Θεωρούμε πως οι συστοιχίες πλατανιών που θα αναπτυχθούν κατά μήκος της οδού θα προσφέρουν πολύτιμη θερμική άνεση στους Αθηναίους, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν μια φιλική και γενναιόδωρη παρουσία, ανακαλούν όμορφες εικόνες και μνήμες στους ανθρώπους.

– Οι αντιδράσεις σε σχέση με τη συγκεκριμένη επιλογή επικεντρώνονται στο γεγονός ότι τα πλατάνια χρειάζονται άφθονο νερό και οι ρίζες τους μεγαλώνουν πολύ. Τι απαντάτε;

– Τα πλατάνια χρειάζονται νερό και οι ρίζες τους διεκδικούν τον χώρο τους, αναμφίβολα, όπως και τα υπόλοιπα δένδρα. Αυτό που έχει προβλεφθεί για τη σωστή και εύρυθμη υποδοχή τους στο αθηναϊκό τοπίο είναι η εγκατάσταση βιώσιμων συστημάτων αποστράγγισης ως υποδομή κάτω από τα δένδρα, τα οποία προσφέρουν μια υπόγεια, παράλληλη λειτουργία συνολικά στην πόλη. Αφενός επιτρέπουν το σταδιακό πέρασμα του νερού στο υπέδαφος και βοηθούν το ευρύτερο αποστραγγιστικό δίκτυο της πόλης να αντεπεξέλθει στα πλημμυρικά φαινόμενα. Αφετέρου συλλέγουν και φιλτράρουν το βρόχινο νερό, καθαρίζοντάς το. Τέλος, το νερό αυτό που συγκρατείται κοντά στο ριζικό σύστημα του δένδρου αποδίδεται σιγά σιγά στα ανώτερα επίπεδα του δένδρου μέσω της εξατμισοδιαπνοής, δημιουργώντας δροσιά και διασπώντας τα θερμά ρεύματα. Οσον αφορά το ριζικό σύστημα των πλατανιών, τα σύγχρονα αποστραγγιστικά συστήματα καθοδηγούν την ανάπτυξη των ριζών και συμπληρωματικά η εφαρμογή ειδικών αντιριζικών μεμβρανών που χρησιμοποιούνται σε όλες τις σύγχρονες αστικές δενδροφυτεύσεις διεθνώς διασφαλίζει το βέλτιστο αποτέλεσμα.

i-athina-den-allazei-en-ripi-ofthalmoy0
Τα πεζοδρόμια της οδού Πανεπιστημίου θα διαπλατυνθούν και θα φυτευθούν πλατάνια σε όλο το μήκος της.

«Ιπτάμενο» αστικό οικοσύστημα, μια σύγχρονη προσέγγιση

– Τι είδους δέντρα και φυτά ταιριάζουν γενικότερα στην Αθήνα; Kαι με ποιον τρόπο θεωρείτε ότι πρέπει να γίνει το πρασίνισμα της πόλης;

– Στην Αθήνα ταιριάζουν δένδρα που ανήκουν κυρίως στο μεσογειακό λεξιλόγιο και τα οποία εν μέρει ήδη συναντούμε στις λεωφόρους και στις οδούς της. Αυτά είναι οι πλάτανοι, οι χαρουπιές, οι μουριές, οι νεραντζιές, οι κουτσουπιές, οι ακακίες, οι αριές, οι ελιές. Η βιοκλιματική εξέλιξη της πόλης μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους και μάλιστα σε χώρους που δεν θεωρούνται προνομιακά ως κατεξοχήν χώροι φύτευσης. Μια σύγχρονη προσέγγιση είναι τα φυτεμένα δώματα. Σε μια πόλη σαν την Αθήνα, με τις ταράτσες της ως σήμα κατατεθέν, τα φυτεμένα δώματα θα μπορούσαν να δώσουν μορφή σε ένα «ιπτάμενο» αστικό οικοσύστημα, το οποίο θα απλώνεται πάνω από τα κτίρια της πόλης ως ένας οριζόντιος μικροκλιματικός μανδύας. Ως χώροι πρασίνου, τα φυτεμένα δώματα μπορούν και απορροφούν την ηλιακή ακτινοβολία και έτσι αμβλύνουν ουσιαστικά το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας. Επιπλέον, μειώνουν τη θερμοκρασία του ατμοσφαιρικού αέρα και των σκληρών επιφανειών, βελτιστοποιώντας την εσωτερική θερμοκρασία των κτιρίων και μειώνοντας έτσι την ενέργεια για ψύξη και θέρμανση. Επικουρικά, μέσω της φωτοσύνθεσης, απορροφούν το διοξείδιο του άνθρακα και εκλύουν οξυγόνο. Τέλος, δημιουργούν ένα νέο και όμορφο τόπο για διημέρευση, αξιοποιώντας έναν υφιστάμενο χώρο. Πάντως, θέλω επίσης να σημειώσω ότι η παρουσία πρασίνου δεν είναι τόσο ζήτημα ποσότητας όσο ποιότητας και συντήρησης των υπαίθριων πράσινων χώρων που επιθυμούμε για την πόλη μας. Δεν υπάρχει πιο στενάχωρο και απογοητευτικό θέαμα από το να βλέπεις έναν άρτια σχεδιασμένο και οργανωμένο υπαίθριο χώρο να προχωράει αργά αργά μέσα στον χρόνο προς τη διάλυση… Εχοντας στον νου πάντα το περιβαλλοντικό και κλιματικό γίγνεσθαι, μια ιδανική λύση για την Αθήνα θα αφορούσε εμβόλιμες παρεμβάσεις σε μικρότερη και μεγαλύτερη κλίμακα, ώστε να επαναπροσδιοριστούν, να σχεδιαστούν και να ωριμάσουν πάρκα, πλατείες και άλλοι μικρότεροι υπαίθριοι χώροι, που θα προσαρμόζονται κάθε φορά σε διαφορετικές χρήσεις και ανάγκες, αλλά θα συμβάλλουν και θετικά σε μια μικροκλιματική άνθηση και προστασία απέναντι στα απρόσμενα φαινόμενα που βιώνουμε τον τελευταίο καιρό. Φυσικά, οι παρεμβάσεις σε μητροπολιτική κλίμακα παραμένουν κομβικές, καθότι είναι αυτές που υλοποιούν την τάση και δείχνουν τη γενικότερη κατεύθυνση που θα πάρει μια πόλη.

– Συμφωνείτε με όσους υποστηρίζουν ότι επί της ουσίας ακούμε αποσπασματικά μέτρα και όχι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την Αθήνα έτσι όπως θα θέλαμε να είναι σε 50 χρόνια;

– Θα συμφωνήσω με αυτή την τοποθέτηση ως πολίτης, αφού διευκρινίσω όμως πρώτα ότι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την πόλη δεν μπορεί να συμβεί εν ριπή οφθαλμού, αλλά σε βάθος χρόνου και προϋποθέτει μια ιεράρχηση και ενορχήστρωση αστικών επεμβάσεων, που απαιτεί διάρκεια και ωρίμανση στον χρόνο. Υπ’ αυτήν την έννοια, η ανάπλαση της Πανεπιστημίου είναι μία από τις πρώτες πράξεις σε αυτή τη μακρά διαδικασία και όχι αποσπασματικές κινήσεις που δεν ανήκουν σε κάποιο ευρύτερο όραμα για τη σύγχρονη πόλη και την Αθήνα του μέλλοντος.
 
– Ως κάτοικος της πόλης, ποιο θεωρείτε ότι είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα στην καθημερινότητά μας;

– Το μεγαλύτερο πρόβλημα στην καθημερινότητά μας είναι πως παρεμβάλλεται ανάμεσα σε εμάς και στο ουσιαστικό αθηναϊκό τοπίο ένα πρίσμα, ένας τρίτος τόπος, που δεν μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε την ιδιαιτερότητα και την αλήθεια αυτού του τόσο ενεργητικού αστικού σύμπαντος. Αυτός ο τρίτος τόπος είναι μια διευθέτηση των σχέσεων των πολιτών, η οποία δυστυχώς βασίζεται στην έλλειψη σεβασμού και ενσυναίσθησης και στην αδυναμία να φτιαχτεί μια κοινωνία κίνησης και βίωσης της πόλης από κοινού, με σεβασμό και απλή, απέριττη ευγένεια. Ολα αυτά, όμως, διατυπώνονται και χωρικά και ύστερα μεταφράζονται σε συνθήκες ζωής, οπότε είναι εύλογο να συμπεράνουμε ότι ως πολίτες πιθανώς συμπεριφερόμαστε έτσι γιατί πρωτίστως το αθηναϊκό κέντρο, με τον πληθωρισμό κυκλοφορίας οχημάτων και την τραχεία του διάπλαση, δεν είναι πάντα ευγενικό μαζί μας – ίσως είναι και αμείλικτο κάποιες φορές.