ΒΙΒΛΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο καραντίνας με τον ποιητή και σκηνοθέτη Θοδωρή Γκόνη

ena-eikositetraoro-karantinas-me-ton-poiiti-kai-skinotheti-thodori-gkoni-2373060

05.00
Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια ξυπνάω κάθε πρωί στις 5 ακριβώς με τη φράση: «Ξύπνα, πήγε μεσημέρι». Αυτός είναι ο ήχος στο ξυπνητήρι μου, αυτά τα λόγια κουδουνίζουν στα αυτιά μου. Είναι τα λόγια του παππού μου του Παντελή. Ερχεται πρωί, πολύ πρωί και με ξυπνάει, ανοίγει την πόρτα και το παράθυρο, τραβάει τις κουρτίνες και πριν προλάβω να τον δω χάνεται το ίδιο αθόρυβα όπως ήρθε, φεύγει, ίσα ίσα που βλέπω τη σκιά του, ακούω το τρίξιμο στα ξύλινα σκαλοπάτια, τραβάει την εξώπορτα, κάτι λέει στον σκύλο του και χάνεται. Τις περισσότερες φορές, ειδικά αν έχω αργήσει να κοιμηθώ, ξαναπέφτω για ύπνο και σηκώνομαι πολύ αργότερα και το μετανιώνω και όλη η μέρα μου είναι στραβή και άχαρη γιατί έχω χάσει την πρωινή την ώρα τη χρυσή. Τη θηλυκή.

08.00
Στο μπάνιο, με τον καθρέφτη του περασμένου αιώνα, κοιτάζω και τους βλέπω όλους να είναι εκεί, συγκεντρωμένοι στο τραπέζι της κουζίνας γύρω από τον ζεστό καφέ και το τσάι του βουνού, πριν την «καλημέρα» και το «πώς κοιμήθηκες» να λένε ένας ένας όλα όσα είδαν στον ύπνο τους, όνειρα που διακόπηκαν τόσο απότομα και που δεν είχαν κανένα νόημα ή μήπως άραγε αποκτούσαν σήμερα μεγαλύτερη σημασία; Να περιμένω κι εγώ τη σειρά μου με το δικό μου όνειρο και τους δικούς μου εφιάλτες. Δε θα τους πω τίποτα γι’ αυτά που συμβαίνουν τώρα, δεν θα ξοδέψω τον χρόνο τους με πληροφορίες για το παρόν, δεν θα τους μιλήσω για τον εγκλεισμό και τον περιορισμό μας, για τον φόβο που σκορπάει η παρουσία του άλλου δίπλα μας, για μια κοινωνία που επέλεξε συνειδητά να πορευθεί συντροφιά με την αμνησία, για τους θανάτους και τα καινούργια βάσανα των ανθρώπων. Δεν θα πάρω επάνω μου το ηλίθιο καθήκον να τους ενημερώσω για κάτι που γνωρίζουν πολύ καλύτερα από εμένα και που το έχουν ζήσει σκληρά με την ίδια και την άλλη ορθογραφία, μία και δύο φορές. 

11.00
Τακτοποιώ τα πορτρέτα τους. Κοιτάζω τα μάτια τους, τα χείλη τους και περιμένω τη συμβουλή. Ανοίγω τα χαρτιά μου, απλώνω τα στιλό, τα μολύβια μου, τη γομολάστιχα, την ξύστρα, τον διαβήτη και το υποδεκάμετρο, το τετράδιο το δωδεκάφυλλο και το σημειωματάριο το μεγάλο, κάθομαι στο γραφείο μου και γράφω. Το τραγούδι τους. Διαβάζω φωναχτά, τους απαγγέλλω από στήθους τους στίχους που αγαπούν, τα ποιήματα που δεν πρόλαβαν, τα μακροπερίοδα εκείνα της μεγάλης αναπνοής. Χαμογελούν και τέρπονται και αγαλλιάζουν. 

14.00
Εξω από την πόρτα μου είναι ακουμπισμένο το καλαθάκι, σαν αυτό που ζωγραφίζαμε παιδιά. Ερχεται από το πατρογονικό, από το περιβόλι μας, από το αρχοντικό μας και την αγροικία μας, ο κόσμος που υποφέρει, ο κόσμος που αγαπά, ένας μικρός ελαιώνας, ένα χωράφι με πατάτες, με σιτηρά, μια λεμονιά, έχει τα πάντα, μια μικρή κιβωτός, τα ψάρια τηγανισμένα και ζωντανά, να πεταχτούν έξω, να τους βρω θάλασσα.

16.00
Το τραπέζι της κουζίνας πανηγυρίζει, όλα τακτοποιημένα, ψωμί, τυρί, κρασί, κρασί που μας προμηθεύει ο παππούς από τους φίλους του, από τη Νεμέα. Το βαρέλι του στο κατώι, το λιοντάρι του, γιατί και τότε και πάντα ο θρασύδειλος Ευρυσθέας βάζει δύσκολους άθλους και πώς να τους αντέξεις.

20.00
Και τώρα είναι η ώρα, πρέπει να ετοιμάσω το δείπνο. Το δείπνο όλων αυτών που μνημονεύω εδώ και όλων αυτών που σπουδάζω και μελετώ. Γιατί το γνώρισα το έμαθα καλά πως οι άνθρωποι συζούν και ας ζουν σε χρόνους διαφορετικούς και πως τα όρια ανάμεσα στους νεκρούς και στους ζωντανούς δεν είναι ερμητικά ασφαλισμένα, υπάρχει ένα πηγαινέλα, μια γέφυρα ανοιχτή και είναι τόσο ωραίο να τους δίνεις μια μικρή ανάπαυλα μέσα στον χρόνο. Πρέπει να τους τοποθετήσω προσεκτικά, να προσέξω ποιον θα βάλω δίπλα σε ποιον, έχουν κι αυτοί τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές τους, να θυμηθώ τα γούστα τους και τις προτιμήσεις τους, τις ιδιοτροπίες τους και τις παραξενιές τους. Δεν είναι και τόσο εύκολο. Βλέποντάς τους να κάθονται στο τραπέζι, άλλος με το χαμόγελο και άλλος με το δάκρυ το κρυφό, νιώθω πως επέστρεψαν κοντά μας και πως αυτές τις δύσκολες ώρες είναι δίπλα μας, γονείς και δάσκαλοι. Ετοιμάζω το δείπνο για τους γονείς μου και τους δασκάλους μου.

22.00
Εφτασε η ώρα του ύπνου, πρέπει να κοιμάμαι νωρίς, ξυπνάω πρωί, ξυπνάω χαράματα, ξυπνάω στις πέντε το πρωί και ο πετεινός μου το έμαθε πια κι αυτός και το φωνάζει μια και δυο και τρεις φορές: «πήγε κιόλας μεσημέρι» – «πήγε κιόλας μεσημέρι» – «πήγε κιόλας μεσημέρι»…