ΒΙΒΛΙΟ

1918-2020, σαν να μην πέρασε μια μέρα

Οι διαφορές αλλά και οι εντυπωσιακές ομοιότητες του κορωνοϊού με την επιδημία γρίπης εκατό χρόνια πριν

1918-2020, σαν να μην πέρασε μια μέρα

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΟΥΡΓΟΥΛΙΑΝΗΣ (επιμ.)
Γιατί φοβόμαστε τη γρίπη; – Από την εξάπλωση των λοιμώξεων στην πανδημία της γρίπης, η ιστορία επαναλαμβάνεται.
εκδ. Μεταίχμιο, 2009, σελ. 248

1918-2020-san-na-min-perase-mia-mera0Ο καθηγητής Πνευμονολογίας Κώστας Γουργουλιάνης έχει ξυπνήσει πρωί και ήδη βιάζεται να φύγει για την κλινική του όπου ένας ασθενής του παρουσίασε το βράδυ σχετική επιδείνωση. Είναι άρρωστος με κορωνοϊό και ο Γουργουλιάνης ανησυχεί διότι είναι συνάδελφός του και έχει διδαχθεί στο πλάι του. 

Το κυριακάτικο τηλεφώνημά μου έχει να κάνει με ένα παλιότερο βιβλίο, το οποίο έχει ο ίδιος επιμεληθεί και το οποίο αφορά την «εξάπλωση των λοιμώξεων και την πανδημία της γρίπης». Είχε εκδοθεί από το Μεταίχμιο με τον τίτλο «Γιατί φοβόμαστε τη γρίπη» και περιελάμβανε αφηγήσεις γύρω από τις επιπτώσεις της μεγάλης πανδημίας του 1918, μέσα από μονογραφίες του Νικηφόρου Αγγελόπουλου, καθηγητή Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, της εκπαιδευτικού Βασιλικής Γιασιράνη-Κυρίτση, των παιδαγωγών Γραμματής Μικέλη, Ηρακλή Καράγιαννη και της ιατρού Φωτεινής Καράγιαννη.

Ρωτώ από το τηλέφωνο τον κ. Γουργουλιάνη: «Αν κάποιος αντικαταστήσει τη λέξη γρίπη με τη λέξη κορωνοϊός, αυτό που μένει ως αίσθηση είναι ότι μέσα σε εκατό χρόνια δεν έχει αλλάξει το παραμικρό»;

«Υπάρχουν ασφαλώς πολλά κοινά σημεία», αποκρίνεται ο κ. Γουργουλιάνης. Οπως; «Οπως η ασάφεια των θανάτων, καθώς η επιδημία της γρίπης ξεσπά μέσα στον πόλεμο, υπάρχει επίσης ασιτία και φτώχεια, παράγοντες που παίζουν σημαντικό ρόλο στην άλλη μεγάλη αρρώστια των πνευμόνων, τη φυματίωση. Υπάρχουν και άλλα δεδομένα που μοιάζουν όπως π.χ. η χρήση του κινίνου τότε, ενός φαρμάκου για την ελονοσία, και της χλωροκίνης σήμερα. Για την περίοδο της πανδημίας της γρίπης θα πρόσθετα τη δοξομανία των γιατρών αλλά και το γεγονός ότι οι κυβερνώντες στηρίζονται στη διάρκεια της πανδημίας αλλά αποδυναμώνονται όσο διαρκεί η αντιμετώπισή της για να καταρρεύσουν στο τέλος».

Στο κείμενο της Φωτεινής Καραχάλιου για την ισπανική γρίπη στην περιοχή της Μαγνησίας περιλαμβάνεται μια διαταγή του αστυνομικού διοικητή Σιφάκη. Ο αστυνομικός διοικητής την έχει εκδώσει αφού από τις 17 Οκτωβρίου ώς την 1η Νοεμβρίου 1918 ο νομάρχης κλείνει τα σχολεία. Ο Σιφάκης καλεί στην αστυνομία του Βόλου τους ιδιοκτήτες καφενείων διατάζοντάς τους τα εξής: «1ον) ανοίγωσι τα καταστήματά των την πρωίαν όσο το δυνατόν αργότερον, και να κλείωσιν ταύτα την εσπέραν όσον το δυνατόν ενωρίτερον, 2ον) να καταργήσουν το χαρτοπαίζειν, από το οποίον υπάρχει κίνδυνος να μετεδοθή η νόσος, 3ον) να έχωσι πτυελοδοχεία, και 4ον) να προβούν εις άκραν καθαριότητα και εις το πλύσιμον του δαπέδου».

Επιπλέον ο Σιφάκης, ο οποίος, σύμφωνα με το σχόλιο της τοπικής εφημερίδας, είναι άξιος ευχαριστιών της πόλης του Βόλου για τα μέτρα αυτά, «διέταξε τον Αργυλλά (σ.σ. τον ιδιοκτήτη του μοναδικού κινηματογράφου) να κλείνει τον κινηματογράφο στις 9 μ.μ. και να παίζει όλο το έργο και να μην αφήνει συνέχεια για την επόμενη μέρα».  

Η κατάσταση δεν βελτιώνεται και στις 6 Νοεμβρίου επιβάλλονται πιο σκληρά μέτρα, με τα οποία ο κινηματογράφος κλείνει στις 9 μαζί με τα θέατρα και άλλους χώρους με θέσεις, απαγορεύονται η χαρτοπαιξία και η κυβοπαιξία, οι καταστηματάρχες υποχρεώνονται να έχουν συγκεκριμένο αριθμό πτυελοδοχείων «στα οποία οι πελάτες τους υποχρεώνονται να φτύνουν», οι ξενοδόχοι είναι υποχρεωμένοι να αναφέρουν στις αστυνομικές αρχές κάθε κρούσμα γρίπης, οι καταστηματάρχες υποχρεώνονται να αναρτήσουν πινακίδες στο κατάστημά τους «που να αναγράφει: “Απαγορεύεται να φτύνετε στο δάπεδο του καταστήματος”».

Την επόμενη της έκδοσης της αστυνομικής διάταξης στον τοπικό Τύπο δημοσιεύεται άρθρο με τίτλο «Γρίπη και γριποφοβία». Ο συντάκτης κατηγορεί την αστυνομία ότι έχει μετατρέψει την πόλη σε ένα απέραντο νεκροταφείο και βλέπει αντί της βαριάς γρίπης «μία άλλη οικονομική συνέπεια των αστυνομικών διατάξεων, η οποία είναι θανατηφόρα για τα συμφέροντα των τάξεων που πλήττονται. (…) Τα καφενεία έχουν πελάτες προπαντός τον φτωχό πληθυσμό και τους μπεκιάρηδες, που κινδυνεύουν περισσότερο αν γυρίζουν έξω ή αν μένουν κλεισμένοι στα παγωμένα δωμάτιά τους για ώρες πριν από τον βραδινό ύπνο, παρά αν κάθονται στα ευρύχωρα καφενεία…».

Αν κάτι διαχωρίζει την εποχή μας από το 1918, λέει ο κ. Γουργουλιάνης, είναι ότι τότε ζούσαν περισσότερο «έξω»: «Τάξεις σχολείων γίνονταν έξω, ενώ και τους αρρώστους τους έβγαζαν έξω το καταχείμωνο…».

Για τη δοξομανία των γιατρών ο Γουργουλιάνης μου απαντάει με ένα απόσπασμα ενός βιβλίου του 1816 «Λοιμωλογία ή περί πανώλης»: Την επιδημία σύμφωνα με τον συγγραφέα πρέπει να αντιμετωπίσουν «ο γιατρός, ο χειρουργός και ο πνευματικός ηνωμένοι ως αδελφοί». Περίπου ό,τι γίνεται και σήμερα…