ΒΙΒΛΙΟ

Αναστάτωση στο μουσείο

Αναστάτωση στο μουσείο

ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ
Αντιστροφή
εκδ. Ηριδανός, σελ. 48
 
anastatosi-sto-moyseio0Η ποίηση είναι ένας χώρος γεμάτος θαυμάσια έπιπλα. Καλά κομμάτια διαφορετικών εποχών, με στυλ που ευρύτατα ποικίλλει και με επιδραστικότητα που και αυτή αποκλίνει αισθητά. Κάπου κάπου, νιώθει κανείς ασφαλώς την ανάγκη να αναστατώσει το ποιητικό μουσείο, να ανοίξει απότομα πόρτες και παράθυρα ώστε ένα ρεύμα αέρα να διασχίσει τον χώρο αναποδογυρίζοντας, αναδιατάσσοντας. Κάπως έτσι, σαν μικρός ανεμοστρόβιλος, εισβάλλει ο Ηλίας Λιατσόπουλος (γενν. 1985) με την πρώτη, υπό συζήτηση εδώ, ποιητική συλλογή του. Με «πειραγμένα» σονέτα και δεκαπεντασύλλαβους, ελεύθερους στίχους και πεζοποιήματα, με αφήγηση και λυρικές εξάρσεις, πλάσιμο νέων λέξεων και μιαν εντελώς ιδιότυπη, ενδιαφέρουσα χρήση της στίξης, επιχειρεί να αερίσει τον χώρο. Αν ο «Παβάνας» στο ποίημα «Θεριστής» είναι πράγματι η ινδική θεότητα των ανέμων, τότε ο ποιητής ρητά τον επικαλείται: «Ο άνθρωπος που δεν ξέρει πια πώς να χορεύει/ με τόσους παλμούς και πόθους/ με λεπτότητα αττική/ φεύγει απ’ τα σύμβολα/ φεύγει απ’ τον τρόμο/… /Στιγμή σταλμένη πάλι·/ ο Παβάνας πνέει».

Τον απασχολεί το τετριμμένο ζήτημα εάν έχει νόημα και ρόλο η ποίηση στις μέρες μας. Οπως πολλοί πριν από αυτόν, ερωτοτροπεί με την ιδέα ενός παρελθόντος που επέχει θέση παραδείσιας μήτρας: «Κάποτε οι λέξεις είχαν αξία/ ο λόγος μετρούσε/ έλεγες θα γυρίσω σελίδα/ θα βρεθώ στο νησί/ κι έτσι ακριβώς γινόταν/ θέλγητρα βωδελαιρικά μας έθρεφαν/ νερά γραπτά του Καρυωτάκη·/ Η παλιά Ελλάδα μ’ αρώματα στους δρόμους/ το γιασεμί στις αυλόπορτες» (από το «Να μεταλάβει η γλώσσα απλότητα», στο τρίτο μέρος του βιβλίου). Αραγε η εποχή που είχαν αξία οι λέξεις ταυτίζεται και με ένα ρομαντικά εξιδανικευμένο εθνικό παρελθόν; Το πεζοποίημα με τον γριφώδη τίτλο «το γένος Μοροζίνι» (στο δεύτερο μέρος του βιβλίου), με προκλητικό πρωταγωνιστή τον εκ των δολοφόνων του Καποδίστρια Γεώργιο Μαυρομιχάλη, είναι καλοφτιαγμένο, με κοφτές εναλλαγές και γρήγορες ανάσες. Ο τίτλος γεννάει ερωτήματα, όπως και οι τελευταίοι στίχοι που συνδέεουν –και πάλι αν δεν λαθεύω– τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη (γενν. 1800) με τον Γιώργο Σεφέρη (γενν. 1900): «Εγώ, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, γεννημένος εκατό χρόνια πριν από τον ποιητή, έμαθα καλά, εκεί πλάι στον πλάτανο· το κόστος του να γίνεσαι ποίημα». Εκτενέστερη αναφορά στον Σεφέρη αποτελεί το αξιόλογο ποίημα «για μιαν Ελένη» (από το πρώτο μέρος του βιβλίου), που παραλλάσσει σαρκαστικά το γνωστό σεφερικό ποίημα: «Εγώ της λέει αστόχησα/ κι έλεγα μνίστιτί μου/ μα από χάρισμα ποιητής/ τραγουδώ στη φύση/ τις εμπειρίες ολόκληρης της γενιάς μου// για ένα πουκάμισο ανοιχτό/ για μια φριχτή στην όψη Ελένη». 

Ο Λιατσόπουλος φαίνεται, πράγματι, «από χάρισμα ποιητής». Είναι πηγαίος, ευφάνταστος, ικανός να χειριστεί τις λέξεις. Υπάρχει όμως χώρος και χρεία σήμερα για το είδος του ποιητή-προφήτη που φαίνεται να διεκδικεί; Τέτοια πρόθεση ιδίως συνδυαζόμενη με εθνορομαντική νοσταλγία μπορεί να αποβεί υπόθεση ολισθηρή. Υπάρχει, βεβαίως, πάντοτε ανάγκη για γλωσσικό πειραματισμό και ανανέωση. Στο πεδίο αυτό θα είναι ευπρόσδεκτος, όπως ο ακροτελεύτιος της συλλογής του «Ατίβαρος»: «Βαδίζει μόνος/ τις ακμές των κόσμων/ ο Υπερόβολος/ πιστός ιχνηλάτης/ ποιητής ουρανού και γης/ κατατρέχοντας διαλεχτά τη διάλεχτο/ στο τελευταίο βάδισμα/ σημαίνει /ροή/ …/ να διαλύει τη γλώσσα/ μια για πάντα».

Ο Λιατσόπουλος μας κινεί την περιέργεια. Θα αρκεστεί στο ρεύμα που αναστατώνει; Θα συντελεστεί ως παροδική ανακατωσούρα που κατόπιν θα ξεχαστεί; Ή μπορεί και να βελτιώσει τη γραμμή, ακόμη και να εφεύρει ένα εντελώς καινούργιο έπιπλο, να εξυπηρετήσει ευρηματικά μιαν ακόμη ανάγκη;