ΒΙΒΛΙΟ

«Τα άπιαστα, τα εφήμερα που αντέχουν στους αιώνες»

«Τα άπιαστα, τα εφήμερα που αντέχουν στους αιώνες»

ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ 
Δαιμόνιοι
εκδ. Μελάνι, σελ. 44 
 
ta-apiasta-ta-efimera-poy-antechoyn-stoys-aiones0Ούτε «καταραμένοι» ούτε «δαιμονισμένοι», αλλά «δαιμόνιοι» είναι οι πρωταγωνιστές των 22 ποιημάτων της πέμπτης ποιητικής συλλογής της Αννας Γρίβα (γεν. 1985), που και στα προηγούμενα βιβλία της έδωσε δείγματα ώριμης και πρωτότυπης ποίησης. Ηδη ο τίτλος μάς παρακινεί να αναρωτηθούμε γύρω από το κεντρικό μοτίβο της σύλληψής της: ποιες και ποιοι είναι οι «δαιμόνιοι» και γιατί τους ονομάζει έτσι. Δεκαοκτώ από τα ποιήματα αναφέρονται σε επώνυμα ιστορικά πρόσωπα, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά, ενώ τέσσερα μιλούν για ανώνυμους ήρωες και ηρωίδες. Δεν αποκλείεται όμως και αυτών των τελευταίων η ιστορία να βρίσκεται καταγεγραμμένη σε κάποια ιστορική πηγή. Δεν έχει τόση σημασία. Σημασία έχουν τα ποιήματα και οφείλουμε να συγχαρούμε τη Γρίβα μεταξύ άλλων και που αποφεύγει να υπομνηματίσει εγκυκλοπαιδικά το έργο, σύμφωνα με μια πληθωρική τάση που κερδίζει έδαφος τα τελευταία χρόνια. Η ποιήτρια υποδεικνύει στις αναγνώστριες και στους αναγνώστες το αυτονόητο: να προσηλωθούμε στο ποίημα και στη συνέχεια να ερευνήσουμε, αν και στον βαθμό που το χρειαζόμαστε, τις ιστορικές αναφορές. 

Ο φακός της συλλαμβάνει όλους τους «δαιμόνιους», γυναίκες και άνδρες, σε μια στιγμή δραματικής κορύφωσης του βίου τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η στιγμή του θανάτου τους. Είτε πρόκειται για την πασίγνωστη σήμερα Υπατία, είτε για τον λιγότερο γνωστό Ζωφρέ Ρυντέλ, για τη θαυμαστή Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι, που το σύγχρονο κίνημα #MeToo θα μπορούσε να την έχει ως έμβλημα, ή τον παράφορα κατακτητικό Λέοντα Σγουρό, τα πλάσματα αυτά, διαμεσολαβημένα, «ποιημένα» από τη Γρίβα, μοιάζει να κατοικούν και σε μιαν άλλη διάσταση. Η επινοημένη αυτή διάσταση, που είναι το εύρημα και το κατόρθωμα της ποιήτριας, έχει την παράξενη ιδιότητα να κείται άλλοτε σε μια «ζώνη» ακριβώς κάτω και άλλοτε ακριβώς πάνω από τον ρεαλιστικό, τον ιστορικό ορίζοντα των γεγονότων, διευρύνοντάς τον. Προσδίδεται έτσι στις ηρωίδες και στους ήρωές της μια μαγική αλλά και παραμορφωμένη ταυτόχρονα φιγούρα. Οι μορφές τους μοιάζουν τεντωμένες, πιο μακριές από το συνηθισμένο – θα μπορούσαμε σχηματικά να τις περιγράψουμε ως «μακρουλές», καθώς καλούνται να κινηθούν στον διευρυμένο αυτό ορίζοντα παραμένοντας φυσικές και όχι υπερφυσικές. Αναδύονται από τα ιζήματα ενός είδους ασυνείδητου της ιστορίας για να υψωθούν μέχρι τη σφαίρα του ονείρου και της παραίσθησης, κομίζοντας ταυτόχρονα στην καταγεγραμμένη πεζή πραγματικότητα την ιδιομορφία τους. Η αλήθεια της ζωής και του θανάτου τους μοιάζει να διαταράσσει, με τη σειρά της, την ιστορική αφήγηση, προσδίδοντάς της ένα στοιχείο –τι άλλο– δαιμονικό. 

Η Γρίβα πετυχαίνει την ανάδειξη αυτή κυρίως με τη βοήθεια εικόνων, στις οποίες μάλιστα πρωτοστατεί το μοτίβο των μαλλιών, που ως μέρος του ανθρώπινου σώματος έχουν αυτή την παραξενιά: ριζώνουν στο σώμα μα είναι και έτοιμα να ακολουθήσουν τον άνεμο. Είναι και δεν είναι σώμα. Μαζί με τα μαλλιά, σε αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής πρωταγωνιστούν πλάσματα του αέρα, λιβελούλες, πεταλούδες: «τα μαλλιά μου ακόμη πλέουν/ προς το άγνωστο Τίποτα» («2019 στη φίλη μου που ήρθε από μακριά»). Ετσι πεθαίνει στο ποίημα της Γρίβα «1824 Μια σιωπηλή επανάσταση» ο Μπάιρον, σφίγγοντας μια μπούκλα της Λουκρητίας Βοργία στο χέρι του «καθώς φούντωνε η επανάσταση/ στις σιωπηλές πατρίδες/ των άστρων». Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του βιβλίου. Με αφορμή τον σχετικό θρύλο, η ποιήτρια ενώνει το ασίγαστο ερωτικό πάθος με το εγγενές εξεγερσιακό αίτημα των δαιμόνιων ψυχών κατασκευάζοντας και εδώ μια στιγμή θανάτου που ταυτίζεται με τον σπασμό της ερωτικής έκστασης.