ΒΙΒΛΙΟ

Η «άπατρις απόκληρη» κυρία Πάπαϋ και ο γιος της

Ο συγγραφέας Αντρας Φόργκατς στην «Κ»

Η «άπατρις απόκληρη» κυρία Πάπαϋ και ο γιος της

«Είχα μια βαθιά σχέση αγάπης με τη μητέρα μου. Αν δεν την αγαπούσα τόσο πολύ, δεν θα μπορούσα να γράψω αυτό το βιβλίο. Αν μισείς το πρόσωπο για το οποίο γράφεις, σε αυτήν την περίσταση δεν μπορείς να γράψεις καλά», μου λέει στο τέλος της ωριαίας συνομιλίας μας ο Αντρας Φόργκατς. Στη Βουδαπέστη είναι 9.30 το βράδυ, η Αθήνα βρίσκεται μία ώρα πίσω. 

i-apatris-apokliri-kyria-papay-kai-o-gios-tis0Το βιβλίο του Φόργκατς, που εξεδόθη το 2015 στην Ουγγαρία, ρίχνει ένα εντελώς διαφορετικό φως σε αυτό που λέμε «εσωτερική εξορία» (der innere Exil), εκείνη την πνευματική και διανοητική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ελεύθερος άνθρωπος που αποφασίζει να συνεχίσει να ζει σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Είναι και δεν είναι εκεί (κάτι που βέβαια μπορεί να συμβεί και σε μια εργασία ή σε έναν γάμο).

Η μητέρα του Φόργκατς λέγεται Μπρούρια. Ακολουθεί τον άνδρα της στην κομμουνιστική Ουγγαρία εγκαταλείποντας την Παλαιστίνη ένα χρόνο πριν από την ανακήρυξη του κράτους του Ισραήλ. Κομμουνιστές και οι δύο. Η Μπρούρια, που έχει γεννηθεί στο Ισραήλ και εκπαιδευθεί στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού ως νοσηλεύτρια, χάνει τη χώρα της, την Παλαιστίνη και τη γλώσσα της, τα εβραϊκά, σε αντίθεση με τον Μαρσέλ Φρίντμαν, τον σύζυγό της, ο οποίος έφτασε πολύ αργότερα στην Παλαιστίνη, το 1938.

Η Φρίντμαν ακολουθεί τον Μαρσέλ στην Ουγγαρία όπου μετονομάζονται και οι δύο Φόργκατς, καθώς η εγκατάστασή τους στη Βουδαπέστη συμπίπτει με τον διωγμό των Εβραίων στη Μόσχα από τον Στάλιν. «Η μητέρα μου, προκειμένου να αντέξει στον γάμο με τον πατέρα μου, έπρεπε να “κλειδώσει” όλα τα μυστικά της», λέει ο Φόργκατς στην «Κ». 

Οι φάκελοι

O Φόργκατς γράφει ένα μεγάλο βιβλίο για τη ζωή της μητέρας του είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο της τελευταίας το 1985, το οποίο στηρίζεται στις επιστολές μεταξύ της μητέρας του και της γιαγιάς του (η τελευταία παρέμεινε στην Παλαιστίνη). Το 2013 ένας ερευνητής στους φακέλους της μυστικής αστυνομίας του καθεστώτος Καντάρ ανακαλύπτει δύο ντοσιέ με τις αναφορές της μητέρας του προς τους αξιωματικούς που τη χειρίζονται. Η κωδική της ονομασία ήταν «κυρία Πάπαϋ». Ο ερευνητής μιλάει στον Φόργκατς και του δίνει το υλικό. «Η κυρία Πάπαϋ ήταν για εμένα ένα νέο πρόσωπο», μου λέει σήμερα ο Φόργκατς, «ένα πρόσωπο που δεν γνώριζα».

Η κυρία Πάπαϋ δουλεύει δέκα χρόνια για τη μυστική αστυνομία. Ο γιος της παραθέτει το υλικό από τις συναντήσεις της στο κάτω τμήμα των σελίδων του βιβλίου του, ενώ ακριβώς από πάνω «τρέχει» η πλοκή του μυθιστορήματος για τη μυστική ζωή της κ. Πάπαϋ. «Οσο έγραφα, είχα πόνους τοκετού, έπρεπε να τελειώσω το βιβλίο σε 7 μήνες και στην οικογένεια ήμασταν διχασμένοι για το εγχείρημα». Η αδελφή τού συγγραφέα ήταν κατά της συγγραφής αυτού του βιβλίου, ενώ ο αδελφός του είχε ταχθεί υπέρ. «Θα μπορούσα να έχω γράψει ένα διαφορετικό βιβλίο αν δεν είχε τόσες αντιρρήσεις η αδελφή μου». 

Ανταλλάγματα

Η κυρία Πάπαϋ είναι λιγότερο αφελής απ’ ό,τι φαίνεται στη γραφειοκρατική γλώσσα των σελίδων της μυστικής αστυνομίας. Το κίνητρό της είναι να διασφαλίσει ότι εκείνη και η οικογένειά της θα μπορούν να ταξιδεύουν στη «γη της νοσταλγίας», δηλαδή στο Ισραήλ (στο πρώτο «ημιεπίσημο» ταξίδι παίρνει μαζί της και τον 24χρονο συγγραφέα που για αυτό τον λόγο πρέπει να πάει στην ασφάλεια να εκδώσει διαβατήριο). Οι δαπάνες των ταξιδιών της πληρώνονται κάποιες φορές από το ουγγρικό κράτος, αλλά για αυτές τις μερικές χιλιάδες φιορίνια υπάρχει ένα αντίτιμο: πληροφορίες. 
Η ποιότητά τους, όπως ομολογούν οι χειριστές της κ. Φόργκατς, είναι κάτω του μετρίου, με την εξαίρεση ενός ρωσικής καταγωγής επιστήμονα που της δίνει πολύτιμες για τις ουγγρικές υπηρεσίες πληροφορίες σχετικά με την εβραϊκή μετανάστευση από τη Σοβιετική Ενωση στο Ισραήλ. 
Η πιο σημαντική αποστολή της κ. Πάπαϋ αφορούσε –εν αγνοία της– την άντληση πληροφοριών από το διαμέρισμα όπου έμενε ο γιος της και φιλοξενούσε κάποιες φορές φίλους, μεταξύ των οποίων και τον «καλύτερό του φίλο», τον Ούγγρο αντικαθεστωτικό και ποιητή Γκέργκι Πέτρι (πέθανε το 2000 και θεωρείται ένας από τους πιο μεγάλους ποιητές της μικρής χώρας της κεντρικής Ευρώπης). Οι πράκτορες της μυστικής αστυνομίας έπρεπε να πουν ψέματα στην κ. Πάπαϋ, καθώς ήξεραν ότι αγαπούσε τα παιδιά της και δεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Ετσι, της λένε ότι πρέπει να φωτογραφίσουν από το διαμέρισμα κάποιο άλλο που βρισκόταν στην απέναντι πολυκατοικία καταφέρνοντας παραμονές Χριστουγέννων να εισχωρήσουν και να παγιδεύσουν το σπίτι στο οποίο έμενε ο Πέτρι και κατοικία του γιου της, του Αντρας Φόργκατς.

i-apatris-apokliri-kyria-papay-kai-o-gios-tis1
«Αν δεν αγαπούσα τόσο πολύ τη μητέρα μου δεν θα μπορούσα να γράψω αυτό το βιβλίο», λέει ο Αντρας Φόργκατς.
Φωτ. ANDRAS EBERLING

Ετερογονία των σκοπών 

Η σκηνή στο βιβλίο είναι κινηματογραφική. Πώς φτάνει στο διαμέρισμα, πώς βρίσκει τη δικαιολογία που θα διώξει τον γιο της (έπρεπε να καθαρίσει διότι περίμενε την κόρη της από το εξωτερικό), πώς η δικαιολογία «πιάνει», πώς ο γιος φεύγει για το θέατρο, πώς ειδοποιεί τη μυστική αστυνομία και πώς οι άνδρες της έρχονται με μια φωτογραφική μηχανή δήθεν για να φωτογραφίσουν το απέναντι διαμέρισμα. Ο ορισμός της ετερογονίας των σκοπών.

Ο Φόργκατς, που στην αρχική έκδοση του βιβλίου του πρόσθεσε δύο ακόμα κεφάλαια στην αγγλική μετάφρασή του –στο ένα από αυτά, αναφέρεται στα δύο χρόνια της οικογένειας στο Λονδίνο μετά τη συντριβή της εξέγερσης του 1956, την καταστολή της οποίας ο πατέρας του υποστήριξε και ανταμείφθηκε για αυτό–, σκέφτεται τώρα να ξαναγράψει το βιβλίο που είχε βγάλει για τη μητέρα του πριν από την κυοφορία του «Δεν υπάρχουν ανοιχτοί φάκελοι».

Ο ίδιος είχε αναζητήσει τον δικό του φάκελο πριν από το αναπάντεχο εύρημα του φίλου του για τη ζωή της μητέρας του. «Δεν περιελάμβανε τίποτα», λέει σήμερα. Η μητέρα του ήταν ένας άνθρωπος που φεύγοντας από την Παλαιστίνη «έχασε το κέντρο βάρους της. Η πρόσδεσή της στη μυστική αστυνομία ήταν η αντιρρόπηση της μάλλον χαοτικής προσωπικότητάς της…».

Από αυτή την άποψη, το κομμάτι των φακέλων της μυστικής αστυνομίας που σκιαγραφεί την κ. Πάπαϋ ήταν το «κομμάτι της προσωπικότητας της μητέρας που έλειπε», λέει στην «Κ» ο Φόργκατς. «Η μητέρα μου είναι μια άπατρις απόκληρη / Τι σόι άνθρωπος είναι αυτός;» γράφει σε ένα έμμετρο τμήμα του βιβλίου ο Φόργκατς.

Λαχταρούσε να επιστρέψει στον κόσμο από τον οποίο ξεστράτισε

Η μυστική αστυνομία κάλεσε τον Φόργκατς όταν επρόκειτο να πάρει το διαβατήριό του για να δει αν θα μπορούσε να του κάνει μια πρόταση συνεργασίας. Ο ίδιος φοβόταν πάρα πολύ. «Αρχισα να υποκρίνομαι. Δεν αγαπώ την αντιπαράθεση αλλά το παίξιμό μου, το γεγονός ότι υποκρινόμουν είχε ένα στόχο: να αποφύγω την ανάληψη κάθε πραγματικής υποχρέωσης να δίνω αναφορά». Τελικά η πρόταση δεν του έγινε ούτε η αστυνομία τον ξαναζήτησε για να κουβεντιάσουν «φιλικά», προφανώς φοβούμενη μην αποκαλυφθεί η σχέση της με τη μητέρα του.

Στη συζήτησή μας ο Φόργκατς περιγράφει μια αντίστοιχη εμπειρία του σημαντικού Ούγγρου συγγραφέα Πέτερ Νάντας (βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Ο Νάντας είχε κληθεί στην ασφάλεια η οποία είχε συγκεντρώσει ένα kompromat (υλικό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ώστε να τον εξαναγκάσει να συνεργασθεί μαζί τους) εξαιτίας της αλληλογραφίας του με μια παράλληλη ερωτική σχέση που διατηρούσε. Αν δεν συνεργαζόταν, δεν θα έπαιρνε διαβατήριο και το υλικό απειλούσαν πως θα το έδειχναν στη γυναίκα του. Ο Νάντας αρνήθηκε να μπει σε συναλλαγή, είπε στους αστυνομικούς να κάνουν ό,τι θέλουν με το υλικό, βγήκε από το κτίριο και τηλεφώνησε στον καλύτερό του φίλο από έναν τηλεφωνικό θάλαμο έξω από το κτίριο (τον οποίο υπέθετε, και σωστά, ότι ήταν παγιδευμένος) και του είπε τα πάντα. «Ετσι κατάλαβαν ότι δεν είχαν περιθώρια».  Ο Νάντας χαρακτηρίζει το βιβλίο του Φόργκατς ένα «απίστευτα ωραίο βιβλίο» χάρη και σε αυτή την καλειδοσκοπικά δοσμένη αφήγηση ανάμεσα στους πολλούς διαφορετικούς κόσμους, ανάμεσα στις πολλές προσωπικότητες των ηρώων – κυρίως της κυρίας Πάπαϋ, που ήταν κυρία Φόργκατς, που ήταν κυρία Φρίντμαν, που ήταν κυρία Αβι Σαούλ (το μητρικό της όνομα). Το ψευδώνυμο Πάπαϋ εξάλλου δεν ήταν δικό της. Ηταν του συζύγου της. Το επέλεξε όταν έγινε εκείνος πληροφοριοδότης τη δεκαετία του ’50 προτού αναλάβει το πόστο του ουγγρικού πρακτορείου ειδήσεων στο Λονδίνο. Και οι δικές του πληροφορίες ήταν εξίσου άχρηστες για το καθεστώς με εκείνες που έδινε η σύζυγός του (μάλιστα ο Πάπαϋ/Φόργκατς δεν μπόρεσε να κρατήσει τη θέση του στο Λονδίνο καθώς τον διαδέχθηκε κάποιος με ακόμα λιγότερες αναστολές).

Οταν γυρίζεις την τελευταία σελίδα αυτού του βιβλίου απομένει η εικόνα του χρόνου από ανθρώπους που προσπαθούσαν να μείνουν συνεπείς με όσα πίστευαν για να καταλήξουν να μην ξέρουν σε τι πιστεύουν: «Γιατί λαχταρούσε ως απόκληρη», γράφει ο γιος της, «να επιστρέψει στον κόσμο από τον οποίο ξεστράτισε/ Ετσι κανόνιζε τα ταξίδια της/ πολύ πρακτικά/ πολύ επιδέξια, πολύ τι άλλο να πω/ Τώρα που το σκέφτομαι εκ των υστέρων/ Οσο ανεξήγητο και αν είναι, παραμένει κάπως κατανοητό/ Μακάρι να ήξερα πώς ήταν αυτό το κάπως».