ΒΙΒΛΙΟ

Το τραγούδι ενός κόσμου

to-tragoydi-enos-kosmoy-2010454

ΧΑΛΝΤΟΡ ΛΑΞΝΕΣ
Και τα ψάρια τραγουδούν
μετ.: Μιχάλης Μακρόπουλος
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 294

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, εγκώμιο των λαϊκών αφηγητών της Ισλανδίας, μπαλάντα για έναν κόσμο διά παντός χαμένο είναι το μυθιστόρημα «Και τα ψάρια τραγουδούν». Υποβλητικό σαν παραμύθι και παρηγορητικό σαν μια βραδιά πλάι στο τζάκι σ’ ένα σπιτάκι με αχυροσκεπή, όταν οι ψαλμοί, οι γλωσσοδέτες, οι λαϊκές μπαλάντες, οι θρύλοι, οι προσευχές περνούν από στόμα σε στόμα για να υφάνουν εκείνο τον ακατάλυτο ιστό που συνδέει τις κοινότητες – έναν ιστό απλό και συνάμα πολυσύνθετο, καμωμένο από το νήμα της προφορικότητας που πλέκει, με υλικό τη ντοπιολαλιά, μια κρουστή λογοτεχνική γλώσσα από τις πιο όμορφες και λεπταίσθητες που υπάρχουν. Συνεχιστής αυτού του περίκλειστου κι όμως τόσο ανοιχτού ηθικά και πνευματικά σύμπαντος, ο Χάλντορ Λάξνες αφηγείται την ιστορία του μικρού ορφανού Αουλβγκριμερ, που μεγαλώνει πλάι στους θετούς παππούδες του, μαθαίνει τη ζωή από τις αφηγήσεις των επισκεπτών και των ενοίκων του μεγάλου τους σπιτιού και, σχεδόν δίχως να το καταλάβει, βρίσκει νόημα και προορισμό στη μουσική, χάρη στην αινιγματική, σχεδόν φασματική ύπαρξη του καλλιτέχνη της όπερας Γκάρδαρ Χόουλμ, που λατρεύεται από την κοινότητα ως άξιο τέκνο της Ισλανδίας, είναι ωστόσο αμφίβολο αν έχει τραγουδήσει ποτέ στη ζωή του.

Χορδή παιδικότητας

Ο Χάλντορ Λάξνες αγγίζει μια χορδή παιδικότητας, όχι με την έννοια της αφέλειας, αλλά της αγνότητας και της καθαρότητας. Στην ομιλία του στην τελετή απονομής του Νομπέλ (με το οποίο τιμήθηκε το 1955, έκπληκτος που ένας «φτωχός περιπλανώμενος» όπως εκείνος έλκυσε την προσοχή της Σουηδικής Ακαδημίας), θα μνημονεύσει τη γιαγιά του -την ίδια ίσως γιαγιά που στο βιβλίο του περιγράφει ως «τρομερά λεπτή και μ’ εύθραυστη όψη, κυρτή και φαφούτα, με λίγο βήχα και με μάτια κόκκινα γύρω γύρω»- και τις ηθικές αρχές που του ενστάλαξε: «να αγαπά και να σέβεται τους άλλους», να αντιμετωπίζει «με σεμνότητα την καθημερινή ζωή και τα πλάσματά της», να νιώθει «ότι ανήκει στη μεριά των ταπεινών της γης».

Ο Λάξνες αγαπάει το καθημερινό, το τετριμμένο, και το καθαγιάζει με την υπέροχη πρόζα του. «Από τη σκοπιά μου, άνθρωποι και συμβάντα, ήρωες και ανθρωπάκια, σπουδαία και ασήμαντα περιστατικά έχουν όλοι και όλα το ίδιο μέγεθος πάνω-κάτω», λέει ο εμβληματικός (και μυστηριώδης) επιστάτης, ένας δευτερεύων αλλά καθοριστικός ήρωας του μυθιστορήματος. Ισόρροπα και ισότιμα θα ζωγραφίσει ο Λάξνες τα πρόσωπα, τα τοπία, τις πράξεις – παρ’ ότι με υπόρρητη ειρωνεία θα αντιπαραθέσει το σύστημα αξιών των απλών ψαράδων του και του άχρονου κόσμου τους με την αστάθεια του έξω κόσμου που αλλάζει, εμπορευματοποιείται, ψυχραίνει. Χιούμορ και μελαγχολία, στοχασμός και ενσυναίσθηση συνεργάζονται στην αποτύπωση ενός κόσμου «που είναι τραγούδι», καθώς λέει ο Λάξνες, «αλλά δεν ξέρουμε αν είναι καλό τραγούδι, γιατί δεν έχουμε με τι να το συγκρίνουμε». Τη μουσική των σφαιρών δεν την ακροώνται πια τα αυτιά του ανθρώπου.

Ομως ο νεαρός ήρωας του μυθιστορήματος προσέρχεται στη μουσική χάρη σε μια φράση του πάστορα του χωριού: «Ξέρω ότι υπάρχει μία νότα και ότι είναι αγνή». Αυτή τη φράση ζητάει να του επιβεβαιώσει ο φημισμένος καλλιτέχνης της όπερας, κι αυτή τη νότα πασχίζει να αδράξει στα χρόνια της μαθητείας του στην τέχνη των ήχων, λες και επιζητεί την επικύρωση του περίφημου αποφθέγματος του Γουόλτερ Πέιτερ, «όλη η τέχνη αδιάκοπα αποβλέπει στη συνθήκη της μουσικής». Συμφιλιωμένος με τις λέξεις ή μάλλον αποσπώντας απ’ αυτές τον πολύτιμο πυρήνα τους, εκείνη τη «σημασία» που δεν πρέπει να προδίδεται, ο Λάξνες ξαναδίνει στον κόσμο νόημα, τον αναμαγεύει, τον καθιστά και πάλι άξιο να τον ζήσεις.