ΒΙΒΛΙΟ

H απατηλή ακτινοβολία του εφήμερου

h-apatili-aktinovolia-toy-efimeroy-2012977

Φ. Σ. ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ
Τρυφερή είναι η νύχτα
μετ.: Μιχάλης Μακρόπουλος
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 476

H δεκαετία του ’20 ανέτειλε σε μιαν Αμερική που λαχταρούσε ειρήνη και ευημερία. Ο πόλεμος είχε τελειώσει και τα σύννεφα της επόμενης μεγάλης απειλής δεν είχαν ακόμη πυκνώσει πάνω από τον ουρανό της Ευρώπης, μολονότι ο Χίτλερ είχε ήδη εκφωνήσει τον πρώτο του εμπρηστικό λόγο στο Μόναχο, τον Φεβρουάριο του 1920, μπροστά σε ένα ακροατήριο 2.000 ανθρώπων, παρουσιάζοντας τα είκοσι πέντε σημεία του αντισημιτικού, αντικαπιταλιστικού, αντιδημοκρατικού, αντιμαρξιστικού, αντιφιλελεύθερου μανιφέστου του. Στην Αμερική το χρηματιστήριο ανθούσε, η κατανάλωση διογκωνόταν, η διείσδυση νέου χρήματος καλλιεργούσε μια νέα κοινωνική ηθική, που ενδιαφερόταν λιγότερο για τις παραδοσιακές αξίες των παλιότερων γενεών, ανακάλυπτε την ατομικότητα και την καθιέρωνε ως αναπόδραστο στοιχείο της νεωτερικότητας. Η ποτοαπαγόρευση είχε γεννήσει τα διαβόητα speakeasies, μυστικές λέσχες όπου παράλληλα με το παράνομο αλκοόλ έρρεαν και οι μπλου κλίμακες της τζαζ. Τα σεξουαλικά ήθη χαλάρωναν. Πρυτάνευε η λατρεία της νεότητας. Οι γυναίκες έκοβαν τα μαλλιά τους καρέ, κάπνιζαν, ψήφιζαν, χάρη στη δέκατη ένατη τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, διάλεγαν πιο κοντά, μακρόταλα φορέματα. Είχαν καταφθάσει το τσάρλεστον, το σαξόφωνο, το μονοκόμματο μαγιό, οι χορευτικοί διαγωνισμοί, οι ταινίες του Μακ Σένετ, οι σαγηνευτικές ημίγυμνες σταρ του Χόλιγουντ.

Η Κλάρα Μπόου μεσουρανούσε. Πλήθη συνέρρεαν για να παρακολουθήσουν πρωταθλητές των σπορ που ποτέ πριν δεν είχαν αποκτήσει τέτοια δημοσιότητα, όπως ο πυγμάχος Τζακ Ντέμπσεϊ ή ο άσος του μπέιζμπολ Μπέιμπι Ρουθ. Χίλιοι οκτακόσιοι τόνοι κομφετί έραναν τον «Λίντι», τον περιβόητο πιλότο Τσαρλς Λίντμπεργκ, όταν επέστρεψε από τη χωρίς σταθμό υπερατλαντική πτήση του. Η ψυχανάλυση είχε γίνει της μόδας ανάμεσα στους πλούσιους, που ασμένως απέβαλλαν τις αναστολές τους υπό τις ευλογίες του Φρόιντ. Ο κριτικός Χ. Λ. Μένκεν χαρακτήριζε τον πουριτανισμό τον «φόβο ότι κάποιος, κάπου, θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένος».

Η «εποχή της τζαζ» –όρος που επινοήθηκε και ταυτίστηκε με τον Σκοτ Φιτζέραλντ– είχε αρχίσει. «Τα πάρτι ήταν μεγαλύτερα, ο ρυθμός ήταν γοργότερος, τα θεάματα ήταν τολμηρότερα, τα κτίρια ήταν ψηλότερα, τα ήθη ήταν χαμηλότερα και το αλκοόλ φτηνότερο», έγραφε ο Φιτζέραλντ. «Ηταν μια εποχή θαυμάτων, μια εποχή τέχνης, μια εποχή υπερβολής». Ηταν, κυρίως, μια εποχή πλούτου. Η νεολαία είχε χρήματα και τα φορούσε ως διάσημα στο πέτο. Τα ξόδευε ανέμελα, ξεδιάντροπα, σαν να μην υπήρχε αύριο – και η ιδιοφυΐα του Φιτζέραλντ συνίστατο στο ότι μεταμόρφωσε αυτή τη συνθήκη σε θέμα της τέχνης. «Ο,τι συμβόλιζαν τα λουλούδια για τον Κιτς, για τον Φιτζέραλντ το συμβόλιζε η αργία, ο ελεύθερος χρόνος των ανώτερων τάξεων: ήταν κάτι πλούσιο, οργιώδες, αισθησιακό και πραγματικό, σύμβολο του εύθραυστου και εφήμερου ιδεώδους – της απόλαυσης», έγραψε ο Αμερικανός κριτικός Τόμας Φλάναγκαν. Στα νεανικά του έργα, από το πρωτόλειό του, αλλά εμπορικά υπερεπιτυχημένο «Αυτή η πλευρά του παραδείσου» (1920) έως τους «Ομορφους και καταραμένους» (1922), ο Φιτζέραλντ δεν ήταν απλώς ο προφήτης μιας νέας, παράτολμης και απερίσκεπτης γενιάς, αλλά η ζωντανή της ενσάρκωση: με το παρουσιαστικό ενός σταρ του κινηματογράφου και την εξωφρενική δημόσια συμπεριφορά του, μόνος ή με τη «βάρβαρη πριγκίπισσά του από τον Νότο», την ψυχικά διαταραγμένη σύζυγό του Ζέλντα, δημιούργησε ένα θρύλο που σφράγισε την αμερικανική συλλογική μνήμη.

Ομως το ατέλειωτο γλέντι θα είναι προσωρινό. Δέκα χρόνια αργότερα, με το «Τρυφερή είναι η νύχτα», που εκδίδεται στις 12 Απριλίου του 1934, ογδόντα ακριβώς χρόνια πριν (ο τίτλος είναι δανεισμένος από την «Ωδή σε ένα αηδόνι» του Τζον Κιτς) ο συγγραφέας θα συνθέσει το κύκνειο άσμα της «εποχής της τζαζ». Γύρω από τη φθίνουσα σχέση του πρωταγωνιστικού ζεύγους Ντάιβερ (εκείνος ψυχίατρος, εκείνη πρώην ασθενής του) θα κινήσει πρόσωπα ματαιωμένα, πνιγμένα στο αλκοόλ και στα συμπλέγματα, αποκαρδιωμένα από την απώλεια της νιότης.

Η ονειρική σκηνογραφία καίγεται, όπως ένα φιλμ που καταστράφηκε. Διαβάζουμε με ελαφρά μελαγχολία αυτό το λυρικό αριστούργημα, έξοχα μεταφρασμένο από τον Μιχάλη Μακρόπουλο, παρατηρώντας ότι πέρα από μια θαυμάσια σπουδή στους χαρακτήρες, αποτελεί ένα έμμεσο σχόλιο στην ανώτερη τάξη και την εκζήτησή της, στα επακόλουθα του πρώτου μεγάλου πολέμου, στη σχέση της Αμερικής με τη Γηραιά Ηπειρο, αφού το δράμα ξετυλίγεται μεταξύ Νίκαιας, Ζυρίχης και Ρώμης, και οι πιο έντονες σκηνές αποτυπώνουν τη σύγκρουση ανάμεσα στην αμερικανική αδέξια οίηση και την κωδικοποιημένη ευρωπαϊκή αυτοσυγκράτηση. Διακρίνουμε το τέλος αυτού του κόσμου της «ολέθριας ευημερίας και του λεηλατημένου ιδεαλισμού». Και αποχαιρετάμε τον Φιτζέραλντ που δεν θα ξαναγράψει μυθιστόρημα και θα πεθάνει έξι χρόνια αργότερα, το 1940, σε ηλικία μόλις σαράντα τεσσάρων ετών.

«Το ταλέντο του Σκοτ ήταν τόσο φυσικό όσο και το, σαν από πούδρα, σχέδιο στα φτερά μιας πεταλούδας», έγραψε ο άσπονδος φίλος του Φιτζέραλντ, Ερνεστ Χέμινγουεϊ. «Στην αρχή δεν το αντιλαμβανόταν περισσότερο απ’ ό,τι το αντιλαμβάνεται η πεταλούδα και δεν καταλάβαινε πότε θόλωνε ή χαλούσε. Αργότερα συνειδητοποίησε την κατασκευή των φτερών του, είδε όμως ταυτόχρονα ότι είχαν τσακιστεί και δεν μπορούσε πια να πετάξει, επειδή η αγάπη για την πτήση είχε σβήσει και το μόνο που ήταν σε θέση πια να θυμηθεί ήταν οι εποχές που αυτό το πέταγμα δεν απαιτούσε καμιά προσπάθεια».