ΒΙΒΛΙΟ

Μητέρες και κόρες

miteres-kai-kores-2039384

ΑΝΝΙΤΑ Π. ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
Ψυχής εγκώμιον
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 188

Το βιβλίο αυτό είναι ένα ιδιωτικό προσκυνητάρι· μια αναθηματική πλάκα στην απουσία, ένα εκτενές επιτύμβιο. Και μαζί, είναι μια εκ βαθέων προσωπική εξομολόγηση, η αποτύπωση μιας επώδυνης ψυχικής ανασκαφής: η Αννίτα Παναρέτου μιλάει για τη δύσκολη σχέση με τη μητέρα της και μιλώντας γι’ αυτήν ξετυλίγει τη διαδρομή της δικής της μεταμόρφωσης, της μετάβασης «απ’ αυτό που ήμουν ή που ήθελα να είμαι», καθώς γράφει, «σ’ αυτό που προσπάθησα ή που μπόρεσα να γίνω»· αναψηλαφώντας τα ίχνη αυτής της σχέσης στο ψυχικό της πεδίο και τη διαδικασία αποκρυπτογράφησής τους συνθέτει ένα βιβλίο απροκάλυπτα εξομολογητικό και εξαιρετικά ανταποδοτικό: Ο αναγνώστης μοιράζεται την οδύνη αλλά και την απελευθερωτική ευφορία της αυτοαποκάλυψης, αναγνωρίζοντας κομμάτια της ζωής και της εμπειρίας του. Γιατί, ακόμη κι αν τα εξιστορούμενα γεγονότα αποκλίνουν σημαντικά από το βίωμά του, η σχέση με τη μητέρα, τη δοτική, την τρυφερή, την κατανοητική, αλλά και την καταβροχθιστική, την απειλητική, την υπερπροστατευτική, την επικριτική, την παθητική, την απούσα (διαλέγουμε και παίρνουμε) μητέρα είναι αρχέτυπη, παντοδύναμη, πανταχού παρούσα.

Η συγγραφέας αρχίζει να κρατάει τις πρώτες σημειώσεις που θα συναποτελέσουν την αυτοβιογραφική μαρτυρία της όταν η μητέρα της αρρωσταίνει – όταν αρχίζει η εξουσιαστική μάνα να απέρχεται σταδιακά, τη θέση της να παίρνει ένα αδύναμο ομοίωμα του αλλοτινού εαυτού της, και η ίδια να μεταμορφώνεται σε «παιδί του παιδιού της»· όταν η πνευματική της διαύγεια υποχωρεί και μαζί μ’ αυτήν και τα στοιχεία της μητρικής προσωπικότητας, λες και καταποντίζονται, ένα ένα, στο ομιχλώδες βάραθρο της άνοιας. Η στιγμή σηματοδοτεί και το ξεκίνημα της διαδικασίας του εν ζωή πένθους της κόρης, ενός πένθους που θα κορυφωθεί με την πραγματική απώλεια της μητέρας, τέσσερα χρόνια αργότερα, και θα εκβάλλει στη γραφή.

«Πένθος: όχι συντριβή ή μπλοκάρισμα, αλλά μια οδυνηρή διαθεσιμότητα: βρίσκομαι σε εγρήγορση, περιμένοντας, καιροφυλακτώντας, την έλευση ενός “νοήματος ζωής“», σημειώνει ο Ρολάν Μπαρτ στο σπαρακτικό «Ημερολόγιο Πένθους» του, που άρχισε να γράφει την επαύριο του θανάτου της μητέρας του. Το ίδιο συμβαίνει, τηρουμένων των αναλογιών, και με την αυτοβιογραφική μαρτυρία της Αννίτας Παναρέτου: το πένθος για τη μηδέποτε κατορθωμένη σχέση με τη μητέρα οδηγεί στην αναζήτηση ενός πληρέστερου, εννοηματωμένου βίου. Η διαφορά είναι ότι εδώ δεν μιλάει ένας συντετριμμένος γιος που ανακαλεί με ευγνωμοσύνη «Ποτέ [η μητέρα] δεν μου έκανε παρατήρηση», «Ποτέ δεν μου μίλησε σαν να ’μουν ανεύθυνο παιδί», αλλά μια κόρη που φοβάται διαρκώς την επιτίμηση, επειδή οφείλει να είναι άμεμπτη, αλάθητη, συνεπής, διαθέσιμη, τέλεια, μια κόρη που πάντα θα λαχταράει τη μητρική επιείκεια, δηλαδή τη δυνατότητα να ακουστεί και ως εκ τούτου να κατανοηθεί από τη μητέρα, μια κόρη που έχει βιώσει το εξουθενωτικό δίπολο: από τη μια η συναισθηματική αποξένωση, από την άλλη η αποπνικτική εξάρτηση.

Πολλοί (ή μάλλον πολλές) έχουν γράψει για τη φορτισμένη σχέση μητέρας-κόρης –σκέφτομαι πρόχειρα την Ελφρίντε Γέλινεκ, την Α. Σ. Μπάιατ, την Ανίτα Μπρούκνερ– πολλές συγγραφείς έχουν τοποθετήσει στο επίκεντρο του έργου τους τον διφορούμενο, ασυνεχή, μα ακατάλυτο αυτόν δεσμό που σφυρηλατεί την ταυτότητα του καθενός και της καθεμιάς μας, τις στρεβλές εκδοχές του, τον θυμό, την αμφιβολία, την ενοχή που τον βαραίνουν, οδηγώντας στην ακατανοησία και την εχθρότητα. Το σημαντικό με τη μαρτυρία της Αννίτας Παναρέτου είναι η αψιμυθίωτη ειλικρίνεια με την οποία αφηγείται την ψυχική της οδύσσεια και κυρίως η αναστοχαστική, αυτοεξεταστική, βασανιστικά αυτοκριτική της διάθεση. «Ντρεπόμουν γιατί εγώ είχα μια μητέρα που ενδεχομένως να ήταν η ιδανική μάνα για ένα άλλο παιδί», γράφει. Αναμοχλεύοντας το παρελθόν, αναπλάθοντας και ανακατασκευάζοντάς το, η συγγραφέας αποκαθιστά, μέσω της γραφής, την τραυματισμένη σχέση με τη μητέρα· κι έτσι, μέσα από αυτήν τη δύσκολη νοητική και συναισθηματική επεξεργασία, η κόρη κατορθώνει να αφουγκραστεί την ουσιαστικά άγνωστη φωνή της μάνας και να της επιτρέψει, επιτέλους, να συνηχήσει με τη δική της. Αυτό σημαίνει συμφιλίωση, αυτό επουλώνει το τραύμα.