ΒΙΒΛΙΟ

Ινδικός ωκεανός, το «μαύρο νερό»

indikos-okeanos-to-mayro-nero-2042797

ΑΜΙΤΑΒ ΓΚΟΣ
Θάλασσα από παπαρούνες
μτφρ.: Μιχάλης Μακρόπουλος.
εκδ. Καστανιώτη ,  σελ. 704

Το βιβλίο του Γκος, πρώτο μέρος μιας τριλογίας που μένει σύντομα να ολοκληρωθεί (το 2011 κυκλοφόρησε το δεύτερο μέρος με τίτλο «Ποταμός από καπνό», ενώ το τρίτο αναμένεται την ερχόμενη άνοιξη και θα τιτλοφορείται «Πλημμύρα από φωτιά»), δεν είναι ένα απλό ιστορικό μυθιστόρημα, μια ναυτική περιπέτεια στα χνάρια των μεγάλων αφηγήσεων του είδους.

Είναι κατάδυση στα δεινά της αποικιοκρατίας (που συνθλίβει την Ινδία του 19ου αιώνα και αλλοιώνει τις παραδοσιακές της δομές), λεπτοδουλεμένη αποτύπωση ενός πολυδαίδαλου πολιτισμού και μιας ταραγμένης εποχής, ψιλοκεντημένο μωσαϊκό ανθρώπων και τόπων.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται παραμονές του πρώτου πολέμου του οπίου (1839-1842) με τον οποίο θα κορυφωθεί η ένταση ανάμεσα στη Βρετανία –που έχει μετατρέψει την αποικιοκρατούμενη Ινδία σε θάλασσα από παπαρούνες, αφανίζοντας την αγροτική παραγωγή και τους αδύναμους μικροκαλλιεργητές ενόψει των αμύθητων κερδών που αποκομίζει από την εμπορία του οπίου– και την Κίνα, που προσπαθεί να επιβάλει περιορισμούς στη διακίνηση της ναρκωτικής ουσίας. Και στο επίκεντρο βρίσκεται η «Ιβις»: ένα πρώην δουλεμπορικό που διασχίζοντας το «μαύρο νερό», τον απειλητικό Ινδικό Ωκεανό, μεταφέρει από την Καλκούτα στον Μαυρίκιο φυγάδες κάθε λογής, δραπέτες από την κοινωνική τους τάξη, την κάστα, τη φυλή, αλλά κυρίως από μια ζωή με επισφαλές, αν όχι ανύπαρκτο μέλλον. Σε δύο από τα κυρίαρχα οικονομικά ζητήματα του 19ου αιώνα εστιάζει, λοιπόν, ο Γκος: την καλλιέργεια του οπίου στην περιοχή της Βεγγάλης με προορισμό την κινεζική αγορά, και τη μεταφορά Ινδών εργατών στις βρετανικές καλλιέργειες ζαχαροκάλαμου στα νησιά Φίτζι, στον Μαυρίκιο και στο Τρινιδάδ.

Η «Ιβις» είναι ένα χωνευτήρι: ναυτικοί από κάθε γωνιά της Γης, χριστιανοί, ινδουιστές, μουσουλμάνοι, καθάρματα και άγιοι, χειραφετημένες γυναίκες και παράτολμοι μιγάδες, παραλοϊσμένοι θρησκόληπτοι και σκληροτράχηλοι πρώην πειρατές, έκπτωτοι Ινδοί πρίγκιπες και Κινέζοι κατάδικοι, απελπισμένες ψυχές και δεισιδαίμονες απόβλητοι. Κεντρική φιγούρα η Ντέιτι, χήρα ενός οπιοφάγου που γλιτώνει από τη μοίρα της νεκρικής πυράς πλάι στη σορό του συζύγου της χάρη στον έρωτα και στη μυϊκή δύναμη του Καλούα, ενός παρία από την κάστα των «άθικτων» (η σκηνή, παραδόξως, θυμίζει τη σωτηρία της Ινδής πριγκίπισσας από τον Φιλέα Φογκ στο «Ταξίδι του κόσμου σε ογδόντα ημέρες» του Ιουλίου Βερν). Φορέας οραματικής δύναμης, εμψυχωτική παρουσία για τις λίγες γυναίκες που συνοδεύουν τους μετανάστες, η Ντέιτι είναι εκείνη που θα αποτελέσει τον καταλύτη των εξελίξεων πάνω στο πλοίο, συνεπικουρούμενη από μερικούς ακόμη ιδιαίτερα γοητευτικούς χαρακτήρες. Χωρίς να αποφεύγει κάποια χαρακτηρολογικά στερεότυπα ή αρκετές πλατειάζουσες περιγραφές στις οποίες αναπόφευκτα οδηγείται από την αδυναμία του να επιβάλει κάποια οικονομία στο (προφανώς) επίπονα συγκεντρωμένο υλικό του, ο Γκος παρακολουθεί αυτό το ταξίδι προς το άγνωστο με κοινωνικοπολιτική εγρήγορση, ενσυναίσθηση και σωτήριο μέσα στον ζόφο χιούμορ.

Το βιβλίο είναι μια συναρπαστική καταγραφή διατροφικών, ενδυματολογικών, ερωτικών ηθών, γαμήλιων και νεκρικών τελετουργιών, όρων και πρακτικών της ναυτοσύνης, της δικαιοσύνης, της παραδοσιακής ιατρικής και, βέβαια, μια πληρέστατη περιγραφή της επεξεργασίας του οπίου, από τα πρώτα στάδια της συγκομιδής μέχρι την τελική συσκευασία του στο βρετανικό εργοστάσιο του Γκαζιπούρ (η περιήγηση της Ντέιτι στις αίθουσες του εργοστασίου μοιάζει με κατάβαση σε μια πρωτοβιομηχανική Κόλαση).

Για να πετύχει μια ακόμη πιο ζωντανή αναβίωση της εποχής, ο Γκος έχει χρησιμοποιήσει περίτεχνη γλώσσα, εισάγοντας πολλές (ίσως υπερβολικά πολλές, ακόμη και για τον εξοικειωμένο αναγνώστη) λέξεις από τις ινδικές διαλέκτους και τα εν χρήσει τη συγκεκριμένη εποχή και περιοχή ιδιόλεκτα, από τη ναυτική ορολογία, από την αργκό των λιμανιών. Ο αναγνώστης μένει κατάπληκτος όχι μόνο από την εργώδη αναδίφηση σε σχετικά λεξικά που υποπτεύεται πίσω από την απόδοση των όρων στα ελληνικά, αλλά και από την ευρηματικότητα, τον πλούτο και τη γλαφυρότητα της μετάφρασης στο σύνολό της. Και μόνο η σπουδαία μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου θα αρκούσε για να διαβάσουμε το βιβλίο – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η «Θάλασσα από παπαρούνες» δεν είναι μια εντυπωσιακή σύγχρονη εκδοχή ενός είδους που υπηρετήθηκε έξοχα από τους μεγάλους αγγλόφωνους μάστορες.