ΒΙΒΛΙΟ

Σαν δάκρυα στη βροχή

san-dakrya-sti-vrochi-2045105

Ξεχωρίζει τρεις χρονολογίες: 1984, 2001 και 2019. Λέει: «Η πρώτη είναι ο τίτλος του βιβλίου του Οργουελ, που έγινε ταινία. Η δεύτερη είναι επίσης ο τίτλος ταινίας, του Κιούμπρικ, που μετά έγινε βιβλίο από τον Αρθουρ Κλαρκ. Και η τελευταία είναι το έτος όπου υποτίθεται ότι εκτυλίσσεται η πλοκή του “Blade Runner”, η ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ, που βασίζεται σε μυθιστόρημα του Φίλιπ Ντικ». Και λοιπόν; «Οι δύο πρώτες χρονολογίες πέρασαν, τις ζήσαμε. Η τρίτη, το 2019 του “Blade Runner”, τεχνικά δεν έχει έρθει ακόμη αλλά στην ουσία τη ζούμε ήδη».

Παρακάτω. «Το “1984”, που ο Οργουελ έγραψε το 1948, δεν δικαιώθηκε από το 1984 που ζήσαμε. Για Μεγάλο Αδελφό ούτε λόγος. Φόβος για πυρηνικά, ναι, αλλά το σεξ δεν είχε τεθεί εκτός νομιμότητας, όπως στο εφιαλτικό βιβλίο/φιλμ. Οπότε το ανακαλύψαμε μια χαρά, χορεύοντας το “Sex Crime” των Eurythmics.

»Το 2001, πάλι, δεν ήταν ακριβώς ο κόσμος που οραματίστηκαν ο Κιούμπρικ και ο Κλαρκ στο δικό τους “2001”. Ούτε επανδρωμένες αποστολές στον Δία ούτε πρεσβευτές ανώτερης (εξωγήινης) διάνοιας, μονάχα η εξωπραγματική φρίκη της 11ης Σεπτεμβρίου, όχι όμως και η τεχνητή νοημοσύνη του ΧΑΛ 9000, που βλέπουμε στην ταινία. Οσο για το 2019, του “Blade Runner”, είμαστε σχεδόν εκεί – αλλά με εξαίρεση το Τόκιο ή τη Σεούλ, είναι ο κόσμος μας τόσο φουτουριστικός ή τόσο νουάρ;».

Οπότε; «Ολες αυτές οι προβολές στο μέλλον έχουν καμία σημασία πέρα απ’ το ότι μας διασκεδάζουν; Θέλω να πω, στο “2001”, όταν αποσυνδέουν τον ΧΑΛ 9000, ο υπολογιστής παραμιλάει έντρομος. Κοιτώ αυτή τη φωτογραφία: ο επισκέπτης βρίσκεται στο αυθεντικό “κόκκινο δωμάτιο” του ΧΑΛ 9000, σε έκθεση αφιερωμένη στον Κιούμπρικ, στο Βερολίνο, και αναλογίζομαι με δέος την επιθανάτια αγωνία μιας μηχανής με εντοιχισμένη συνείδηση. Και ο τελικός μονόλογος της ρεπλίκας, στο “Blade Runner”, συνειδητοποιώντας ότι είναι προγραμματισμένη να αποσυνδεθεί: τα θαυμαστά πράγματα που είδε στη ζωή της, “θα χαθούν μέσα στο χρόνο… σαν δάκρυα στη βροχή”. Η ρημάδα η συνείδηση: η επίγνωση ότι είμαι το τέλος μου. Με ή χωρίς έξυπνες μηχανές, με ή χωρίς Μεγάλους Αδελφούς, για τον άνθρωπο ό,τι ίσχυε θα ισχύει. Θυμάμαι τον πατέρα μου στα τελευταία του να διασώζει ένα σκαθάρι που είχε αναποδογυρίσει και πέθαινε ανήμπορο. Το γύρισε στην καλή του πλευρά. Το έντομο κούνησε αμέσως τα ποδαράκια του. Είχε διαμιάς ξεχάσει τον τρόμο του θανάτου και συνέχιζε ξανά και πάλι τον αγώνα της επιβίωσης. Αλλά για τον πατέρα μου, αυτός ο τρόμος παρέμενε, και ας στεκόταν μια χαρά στα δυο του πόδια. Οι δύο χρονολογίες της ζωής του, 1929 και 2004, μικρή σημασία έχουν. Ολες του οι μνήμες, οι ιστορίες και οι αφηγήσεις του, τα όνειρά του, σε αντίθεση με το σκαθάρι, ήξερε πως θα χαθούν “σαν δάκρυα στη βροχή”».

Του είπα: «Σε προτιμώ όταν αναπολείς τα νιάτα σου στη Σκωτία». Μου απάντησε: «Ναι, ε; Στη Γλασκώβη, άκουγα με μανία ένα τραγούδι που ταιριάζει γάντι εδώ: το “Weeping Song” του Νικ Κέιβ: “This is a weeping song/But I won’t be weeping long”. Αυτό είναι ένα τραγούδι των λυγμών./Αλλά δεν θα κλαίω για πολύ ακόμα. Οχι, δεν θα κλαίω για πολύ ακόμα».