ΒΙΒΛΙΟ

Ο πατέρας-αίνιγμα

o-pateras-ainigma-2058581

ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΒΕΡΩΦ
Δέκα ζωές σε μία
εκδ. Μεταίχμιο

Α​​​​ν δεν υπάρχει πατέρας, γιατί να διηγείσαι ιστορίες;» γράφει ο Ρολάν Μπαρτ στο δοκίμιό του «Η απόλαυση του κειμένου». «Να διηγείσαι, δεν σημαίνει τάχα πάντα να γυρεύεις την καταγωγή σου, να λες τις διαμάχες σου με τον Νόμο, να μπαίνεις στη διαλεκτική της συμπόνοιας και του μίσους;». Η παραγωγή της αφήγησης, μας το έχουν πει οι ψυχαναλυτές, παραμένει πάντα υπό την αιγίδα του Νόμου του Πατέρα. Η αφήγηση, όπως η γενεαλογία, είναι ζήτημα πατρωνυμίας.

Για την Τατιάνα Αβέρωφ, που θέλησε να διαπεράσει το αίνιγμα μιας τόσο πολυσχιδούς φυσιογνωμίας όπως ο Ευάγγελος Αβέρωφ, το μορφοείδωλο του πατέρα παραμένει παρόν, καταλυτικό: «Ποιος θνητός να σηκώσει στους ώμους του τις πολλές ζωές σου;» αναρωτιέται η συγγραφέας και κόρη· και καθώς αυτές οι πολλές ζωές όρισαν τη δική της, απλώνει το χέρι της για να αγγίξει το σταθερό και φερέγγυο παρελθόν του πατέρα, με την επίγνωση ότι εκεί βρίσκεται η καταγωγή του μέλλοντός της. Παράλληλα, μπαινοβγαίνει στο δικό της παρελθόν. Μεταβαίνοντας από την τριτοπρόσωπη αφήγηση (με την οποία εξιστορούνται, με τα μέσα και τα εργαλεία του ιστορικού μυθιστορήματος, η παιδική και η νεανική ηλικία του ήρωα) στην πρωτοπρόσωπη (όπου η κόρη απευθύνεται στον πατέρα, εκμυστηρευόμενη την αμφιθυμία της απέναντί του, την αδιάκοπη ταλάντωσή της ανάμεσα στην αγάπη και την αποθάρρυνση, τις προσδοκίες της, τις ματαιώσεις) εισέρχεται σ’ αυτό το πραγματικό θησαυροφυλάκιο, άλλοτε επιφυλακτικά, άλλοτε τολμηρά, άλλοτε αμήχανα, όμως πάντοτε αποφασιστικά. Γιατί το παρελθόν δεν είναι σταθεροποιημένο, παγιωμένο, με τον τρόπο που υποβάλλει ο γραμμικός χρόνος, δεν είναι κλειστό και αδιαπέραστο. Μπορούμε να επιστρέψουμε. Μπορούμε να μαζέψουμε ό,τι μας έπεσε. Μπορούμε να επιδιορθώσουμε ό,τι έσπασαν οι άλλοι. Μπορούμε να μιλήσουμε με τους νεκρούς. Και αυτό κάνει, πεισματικά, συγκινητικά, η Τατιάνα Αβέρωφ.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, το βιβλίο αποτελεί ένα βιογραφικό εγχείρημα: είναι η ανασύνθεση της πατρικής διαδρομής, από τη γέννησή του, ώς τις παραμονές του γάμου του. Ομως, κάτω από τις γραμμές, κάτω από την πλούσια ανάπλαση του βίου και της πολιτείας του πατέρα, περνάει, σαν υπόγειο, βουβό ρεύμα, η ψυχική αυτοβιογραφία της κόρης. H γραφή της, εμβαπτισμένη στην ιστορία και ενδυναμωμένη από την έρευνα, παρακολουθεί και εκδραματίζει τη βιοτική περιπέτεια του Ευάγγελου Αβέρωφ, αλλά κάθε τόσο παρεκκλίνει, για να διακλαδωθεί σ’ ένα παράλληλο μονοπάτι, να γίνει η γραφή του εαυτού που συγκροτεί ένα εγώ μέσω του γραπτού. «Ποιος ήσουν αλήθεια;» αναρωτιέται λίγο πριν το τέλος του βιβλίου, μετά από 500 περίπου σελίδες πυκνής, ρέουσας αφήγησης. Και αμέσως μετά: «Ποια ήμουν εγώ, αλήθεια; Ποια αλήθεια;».

Η Τατιάνα Αβέρωφ εναποθέτει στη γραφή την παθιασμένη της επιθυμία να γνωρίσει τον πατέρα μέσω της γλώσσας, για να διαπιστώσει μετά το μακρύ ταξίδι της συγγραφής ότι η αλήθεια είναι πολύ πιο ρευστή από όλες τις βεβαιότητες. Ο άνθρωπος είναι τα μυστικά του. Ο άνθρωπος είναι οι αντιφάσεις του. Ο πατέρας δεν έχει ζήσει μία μονάχα ζωή, μία εύτακτη, προσεγγίσιμη, εύκολα αφηγήσιμη ζωή, αλλά δέκα ζωές σε μία.

Κι έτσι, η Τατιάνα Αβέρωφ, η βιογράφος του πατέρα της, η αυτοβιογράφος, η αναλύτρια του οικογενειακού μελοδράματος –ιδίως στο προτελευταίο κεφάλαιο, όπου επιτέλους απευθύνεται στη μητέρα, αφήνοντας τον αναγνώστη να ψυχανεμιστεί τη δύσκολη σχέση τους και σκιαγραφεί τη μητρική οικογένεια ως τόπο εξωτερίκευσης συγκρούσεων και ψυχικών δομών, επιθυμιών και αντίρροπων δυνάμεων– αναδεικνύεται ως υπομονετική καταγραφέας του σβησμένου και του διάσπαρτου, ακαταπόνητη αναζητήτρια των ιχνών της απουσίας. Ο πατέρας, που όσο τον πλησιάζει τόσο απομακρύνεται, που τον εγκολπώνεται (σε δύο κεφάλαια μάλιστα του βιβλίου της χρησιμοποιεί εκτενή αποσπάσματα από βιβλία του, σε μια εντελή, άρτια συναρμοσμένη συνύπαρξη της γραφής του πατέρα και της γραφής της κόρης) και τον αποτινάσσει, θα βρίσκεται πάντα εκτός βολής – όμως πάντα θα μαγνητίζει τα λόγια της.