ΒΙΒΛΙΟ

Αφανείς τραγωδίες

afaneis-tragodies-2072599

ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
Οι λησμονημένοι
εκδ. Γαβριηλίδης

Δ​​ύο ιστορίες μοναξιάς αφηγείται ο Θανάσης Χατζόπουλος στο βιβλίο του «Οι λησμονημένοι». Δύο ιστορίες ετερότητας που εκτυλίσσονται σε μια μικρή, επαρχιακή κωμόπολη της δεκαετίας του ’60. Στο επίκεντρο, μία γυναίκα κι ένας άντρας, δύο «σαλοί», δύο ξένοι στη μικροκοινωνία τους, δύο ρωγμές στη φαινομενική ευταξία, στην προβλέψιμη καθημερινότητα των άλλων, η Αννιώ και ο Αργύρης, η πρώτη με κάποιας λογής νοητική υστέρηση, ο δεύτερος σποραδικά ταλανιζόμενος από βίαιες επιληπτικές κρίσεις. Ο βίος τους απέχει πολύ από τον κοινό μέσο όρο. Η μόνιμη συνθήκη τους είναι η αποταγή του κόσμου. Είναι παρόντες-απόντες, ακατανόητοι και μόνοι.

Οσο κι αν η μικροκοινωνία τους δεν τους εξοστρακίζει, όσο κι αν εμφανίζεται ανεκτική μη αντιμετωπίζοντας την ψυχική τους ασθένεια ως απειλή –ίσως γιατί σε μεγάλο βαθμό παραμένει προνεωτερική–, όσο κι αν δεν προβαίνει σε διαδικασίες εξουδετέρωσης, είτε εξευτελίζοντάς τους (η χλεύη και η διακωμώδηση είναι σπάνιες, μικρά ξεσπάσματα αμηχανίας μπροστά στο αλλότριο, που καταλαγιάζουν γρήγορα μέσα στην παραδοχή και τον οίκτο) είτε αποκλείοντάς τους ολοσχερώς από τους χώρους της κοινωνικής ζωής, η εκούσια-ακούσια απόκλισή τους από την κανονικότητα τούς καθιστά, εν τοις πράγμασιν, αποσυνάγωγους.

Ο Θανάσης Χατζόπουλος παρακολουθεί στενά τη βιοτική διαδρομή των ηρώων του: την έμμονη πραγματικότητα του σώματός τους, την ψυχική τους διαφορά που πολύ συχνά φωτίζει τα πράγματα μ’ ένα λοξό, θειώδες φως, αναδεικνύοντας την ουσία τους αψιμυθίωτη, ωμή και γι’ αυτό συγκλονιστική. Αν το έκκεντρο της ύπαρξης είναι αυτό που τους συνδέει, οι εκφάνσεις της ιδιαιτερότητάς τους είναι αντιθετικές: η Αννιώ είναι άγαρμπη, υπερκινητική, ο Αργύρης ασάλευτος ή κινούμενος αυτοματικά. Η Αννιώ στερείται την αίσθηση της γεύσης, ο Αργύρης απολαμβάνει τελετουργικά ένα μήλο, ένα πορτοκάλι. Η Αννιώ σταδιακά βυθίζεται στη σιωπή, τα χείλη της σιγά σιγά συμφύονται και κλείνουν, ξαναγυρνώντας «εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, απ’ όπου κάποτε πάλεψε με όλες της τις δυνάμεις για να βγει και να πλησιάσει τους άλλους», ο Αργύρης ανθίζει μόνο μέσα στη μουσική, όταν αποσπά τις πιο περίπλοκες μελωδίες από το δαφνόφυλλο που συνταιριάζει στα χείλη του. Και οι δύο θα αποκοπούν σιγά σιγά απ’ οτιδήποτε τους κρατάει δεμένους με τα ανθρώπινα ενδιαφέροντα, θα αποσυρθούν στην ιδιωτική τους σκηνή, η πρώτη, ρακοσυλλέκτρια των απορριμμάτων της πολίχνης, όσων «έχουν εκμετρήσει το ζην της χρήσης» σ’ έναν «τόπο παραδείσου, αναζήτησης και ρεμβασμού», σε μια αυτοσχέδια φωλιά που έχει στήσει ως στρουθίον μονάζον και αυτή, κοντά σ’ ένα τοπικό ρέμα, ο δεύτερος στο παραμελημένο σπιτικό του ανάμεσα σε παλιές, κιτρινισμένες εφημερίδες που τις περιμαζεύει με πάθος από το καφενείο και τις διαβάζει ξανά και ξανά, σαν «να ανακαλύπτει τον στοχασμό στο εκτός χρόνου του εφήμερου». Κι εκεί θα πεθάνουν, η πρώτη παρασυρμένη από τα νερά του γειτονικού ξεροπόταμου που φουσκώνει ύστερα από μια ξαφνική νεροποντή, ο δεύτερος από το κρύο.

Αν η λογική μονολογεί και ξορκίζει όλους τους άλλους λόγους και δη τον αντίθετό της, η τρέλα αποκαλύπτει κάτι που σοβεί σε όλους τους ανθρώπους, κάτι βαθύ που σαλεύει αθέατο μέσα στον ψυχισμό του καθενός.

Αν η λογική είναι μια λεωφόρος, θα πει ο Θανάσης Χατζόπουλος, η τρέλα είναι ένα στενό σοκάκι – όμως υπάρχουν δίοδοι ανάμεσά τους, τα όρια δεν είναι περίφρακτα, κανονικό και μη κανονικό δεν είναι διαχωρισμένα.

Και καθώς παρατηρεί σχολαστικά τους ήρωές του, αναπαριστώντας την πλούσια εσωτερική τους ζωή, το ανθρώπινο, βαθιά ανθρώπινο της ψυχικής τους περιπέτειας, ο συγγραφέας δημιουργεί ένα έργο βαθιά ποιητικό, ενισχυμένο από την ξεχωριστή χρήση της γλώσσας, ένα ιδανικό μείγμα λόγιας και δημώδους που συνδέει τους «Λησμονημένους» με τη μακρά παράδοση της λογοτεχνίας μας, η οποία από τις απαρχές της σχεδόν θέλησε να εξερευνήσει τη διαφορετικότητα, το αλλότριο, το μη αποδεκτό.