ΒΙΒΛΙΟ

Μεσοπολεμικό «πανηγύρι της ματαιοδοξίας»…

mesopolemiko-panigyri-tis-mataiodoxias-amp-8230-2085552

ALDOUS HUXLEY
Αντίστιξη.
μτφρ. Νίκος Σταμπάκης.
εκδ. Μέδουσα

Αντίστιξη στη μουσική είναι η ταυτόχρονη συνήχηση πολλών διαφορετικών μελωδιών, καθεμιά από τις οποίες διατηρεί τη μελωδική ή ρυθμική αυτοτέλειά της χωρίς να κυριαρχεί, αλλά ούτε και να υποβιβάζεται από τις υπόλοιπες. Αντίστιξη στο μυθιστόρημα είναι η συνύπαρξη πολλών φωνών, αφηγηματικών γραμμών ή οπτικών γωνιών που κινούνται παράλληλα, διαφοροποιημένες η μία από την άλλη, κι όμως ισάξιες ή το ίδιο σημαντικές.

Ή, τουλάχιστον, αυτό επιδίωξε ο Αλντους Χάξλεϊ στο ομώνυμο βιβλίο του, το πιο εκτενές μυθιστόρημά του, που εκδόθηκε δέκα χρόνια μετά τον πρώτο πόλεμο του 20ού αιώνα και προηγήθηκε κατά τέσσερα χρόνια του βιβλίου που τον έκανε διάσημο, του δυστοπικού «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου».

Η «Αντίστιξη» είναι μια σπουδή στην τέχνη του μυθιστορήματος, αδιάκοπη εξέταση των ορίων και των δυνατοτήτων της, και ταυτόχρονα κιβωτός ιδεών. Πρέπει να επισημανθεί, με πολλά θαυμαστικά, η σπουδαία, γλαφυρή και ακριβής, μεταφραστική δουλειά του Νίκου Σταμπάκη, αφού το βιβλίο, πέραν της απόδοσης ενός απαιτητικού αφηγηματικού ύφους, προϋποθέτει συνεχή πραγματολογικό έλεγχο.

Γιατί όλα υπάρχουν εδώ: έρως και θάνατος, ειρήνη και πόλεμος, κοινωνικές και ταξικές διακρίσεις, τέχνη, τεχνολογία και οικολογία, επιστήμη και θρησκεία, πολιτική, και ασφαλώς η ανάδυση του φασισμού: ο αρχηγός του εθνικιστικού κόμματος που θα γοητεύσει τη σύζυγο ενός από τα πρόσωπα του βιβλίου, του Φίλιπ Κουόρλς, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά, τα οποία λίγο αργότερα θα ενσαρκωθούν στο πρόσωπο του Οσβαλντ Μόσλεϊ, του αρχηγού των Βρετανών φασιστών.

«Μελοποίηση της μυθοπλασίας. Οχι με τον τρόπο των συμβολιστών, με την υποταγή της έννοιας στον ήχο (…) Αλλά σε μεγάλη κλίμακα, στην ίδια τη δομή»: Ιδού πώς, με δυο-τρεις προτάσεις, δίνει ο Χάξλεϊ, μέσα από τις σημειώσεις τού επίσης συγγραφέα ήρωά του Φίλιπ, το μέτρο της φιλοδοξίας του. Τους χαρακτήρες του ο Χάξλεϊ τους συνομαδώνει σε μικρά σύνολα, το καθένα εστιασμένο στα ενδιαφέροντά του, το καθένα σε σχέση, συνομιλητική ή ερωτική, με το άλλο· κι αυτά τα σύνολα τα χειρίζεται αντιστικτικά, με τα ποικίλα μοτίβα να αλληλοεμπλέκονται και να διαδέχονται το ένα το άλλο.

Αν κάθε τέχνη τείνει προς την κατάσταση της μουσικής, όπως έγραψε ο Γουόλτερ Πέιτερ, ο Φίλιπ (και ο Χάξλεϊ μαζί του) εννοεί να γράψει μυθιστόρημα εφαρμόζοντας αυστηρά με τις λέξεις και τις ιδέες την τεχνική «στίξη έναντι στίξης και φθόγγος έναντι φθόγγου»· όσο για τις διαφορετικές φωνές, ικετευτικές, βλάσφημες, θρηνητικές ή παραιτημένες, αυτές καλπάζουν προς ένα τέλος, που μολονότι κορυφώνεται σε ένα από τα τελευταία κουαρτέτα του Μπετόβεν (το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αποτελεί μια έξοχη ανάλυση του τρίτου μέρους του Κουαρτέτου σε λα ελάσσονα του συνθέτη), στην ανέλιξή του ανακαλεί την ασθματική πολυρρυθμία και ένταση ενός Στραβίνσκι.

Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο στέρεο και βαθύ, που παρακολουθεί έργα και ημέρες της πνευματικής ελίτ και της άρχουσας τάξης του καιρού του και, ανελέητα σατιρικό, αναδεικνύει τις εγγενείς αντιθέσεις στους κόλπους τους· ωστόσο η θεμελίωσή του στην πραγματική ζωή παραμένει εκκρεμής.

Τα πρόσωπα, διανοούμενοι και λιμπερτίνοι, εγωπαθείς και αυτοαναφορικοί, κατά βάσιν απογοητευμένοι ιδεαλιστές που εκτονώνουν τις ματαιωμένες ελπίδες τους στις υπερβολές της σάρκας, υπάρχουν απλώς ως δοχεία ιδεών· η διανοητικότητα στερεί τη μυθιστορηματική ανέλιξη από τους χυμούς της. Ισως αυτό να οφείλεται στο ότι ο Χάξλεϊ είναι συγγραφέας κατ’ εξοχήν ηθικός.

Θεωρεί ασύμβατες και ασυμφιλίωτες τις λειτουργίες του πνεύματος και του σώματος –και η συνείδηση, βασανισμένη απ’ αυτήν την εσωτερική διάσταση, αναγκασμένη να ταχθεί με την μια ή την άλλη πλευρά, παίρνει
εδώ το μέρος του πνεύματος. «Η σάρκα, αλίμονο, είναι θλιβερή», έγραψε ο Μαλαρμέ· και ο Χάξλεϊ, που έχει επίσης «διαβάσει όλα τα βιβλία», στρέφεται στη νόηση για να ξορκίσει τη σαρκική ματαιότητα, την οποία μάλιστα, στο τέλος του βιβλίου, οδηγεί στην απόλυτη έκπτωση συμπυκνώνοντάς τη συμβολικά σε έναν φόνο, έναν αδόκητο θάνατο, κι ένα ατέλειωτο ψυχομαχητό.

Παρά τον διανοητικό πεσιμισμό ή ενδεχομένως εξαιτίας του, η Αντίστιξη του Αλντους Χάξλεϊ είναι ένα λαμπρό εγχείρημα, μια εξαιρετικά οξυδερκής διάγνωση της malaise του σύγχρονου κόσμου. Ο κριτικός Ρόμπερτ Λόβετ, παρουσιάζοντας το βιβλίο στο περιοδικό New Republic, τον Δεκέμβριο του 1928, αποκαλεί τον Χάξλεϊ «Θάκερεϊ του καιρού μας» και ο Σίριλ Κόνολι, στην κριτική του στο New Statesman, «σύγχρονο Πετρώνιο». Η σύγκριση δεν είναι διόλου αυθαίρετη. «Η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει ή, σε κάθε περίπτωση, η (ανθρώπινη) ιστορία είναι πολύ σύντομη για να γίνουν ορατές οι αλλαγές», όπως έγραψε ο Αλντους Χάξλεϊ σ’ ένα δοκίμιό του, το 1928.