ΒΙΒΛΙΟ

Ο έρωτας, αυτό το ανέφικτο

o-erotas-ayto-to-anefikto-2091136

ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει
εκδ. Αγρα

Ε​​ντεκα διηγήματα και ένα δοκίμιο συνιστούν το τελευταίο βιβλίο του Σπύρου Γιανναρά: έντεκα διηγήματα και μια θερμή συνηγορία της μικρής φόρμας, που προσεγγίζει με συγκίνηση το είδος, ενώ ταυτοχρόνως θέτει «ένα προσωπικό μέτρο διηγηματογραφικής γραφής». «Ο βασιλιάς που έρχεται όποτε του καπνίσει» του τίτλου είναι προφανώς ο έρωτας, εκείνη η εκστατική στιγμή που φαίνεται να σταματάει τον χρόνο και να λούζει τα πάντα με φως. Ετσι τον θέλουν οι στερημένοι ήρωες των διηγημάτων του Σπύρου – «σαν αναστάσιμη υπόσχεση στην μοναξιασμένη τους ζωή». Αλλά ο έρωτας δεν είναι ο καλός βασιλιάς του παραμυθιού.

Είναι τυραννικός και βίαιος, εξουθενώνει τους υποτελείς του.

Σχεδόν όλα τα διηγήματα του Σπύρου Γιανναρά είναι παραλλαγές στο ίδιο θέμα: Ενας άνδρας «που ψάχνει μια γυναίκα ν’ αγαπήσει με όλη του την καρδιά, και να δεθεί μαζί της από αγάπη και όχι γιατί δεν αντέχει άλλο την μοναξιά». Κάθε φορά η εκκίνηση είναι ενθουσιώδης, και κάθε φορά, αναπόδραστα, νομοτελειακά σχεδόν, έρχεται η στιγμή που ο ήρωας θα γευθεί «το πικρό ποτήρι της ακούσιας μαγκουφιάς, της αποξένωσης και της ερημίας». Μετά την πρώτη συγκίνηση, η θερμοκρασία της σχέσης ψυχραίνεται, το ιδεώδες καταρρέει, το ψυχικό άλγος εγκαθίσταται μουδιάζοντας νου και σώμα. Εξ ου και το επίθετο «αλγεινός» επανέρχεται κάθε τόσο, σαν σταθερό οστινάτο που στοιχειώνει την αφηγηματική σύνθεση.

Οχι πως οι γυναίκες στα αφηγήματα του Σπύρου Γιανναρά βρίσκονται σε καλύτερη θέση: όταν δεν είναι ψυχρές, αυστηρές, ανάλγητες, είναι νευρωτικές, υστερικές, αγνώμονες, κατσαδιάζουν τους ήρωες με «ανυπόφορα ζοφερή φωνή», «πασχίζουν εκδικητικά να γκρεμίσουν τις ευτυχισμένες τους σκέψεις». Κι εκείνες, ασφαλώς, βιώνουν την απώλεια, το γκρέμισμα της ελπίδας, το τέλος της αυταπάτης, τη φθορά των αλλεπάλληλων εκκινήσεων που καταλήγουν στη διάψευση, την αγωνία που γεννά η αδυναμία του σχετίζεσθαι. Ομως ενώ ο άνδρας θρηνεί βουβά τις ματαιώσεις του, «με πικρά δάκρυα οδύνης», εκείνες ωρύονται, προπηλακίζουν τον ήρωα, ή καγχάζουν, περίκλειστες σ’ ένα εγωτικό, μονόβιο σύμπαν. Τα μόνα γυναικεία πρόσωπα που παρουσιάζονται θετικά είναι η «υποψήφια για αποχώρηση» (από τη ζωή; από την εργασία;) νεαρή δικηγόρος, η νεκρή χωριάτισσα που αναπαύεται ανάμεσα στους βασιλικούς στο αφήγημα «Το ξόδι», ή, τέλος, το «μανδηλοφόρο γραΐδιο», παιδί «μιας αλληνής εποχής, διαφορετικά ανθεκτικής», που ο ήρωας του διηγήματος «Το μαύρο άλογο» συναντάει τυχαία σ’ ένα νησιώτικο καλντερίμι.

Οι σύγχρονοι ήρωες του Γιανναρά δεν έχουν καμιά σχέση με ανθρώπους πλασμένους «με το μπαρούτι του πολέμου και τον μαύρο λιμό της Κατοχής», όπως το τσακισμένο γραΐδιο. Βυθισμένοι στην ευμάρεια και την καταναλωτική απόλαυση, παιδιά εύθραυστα και εύθρυπτα σαν τον Σιμιγδαλένιο του λαϊκού παραμυθιού (στο αφήγημα «Το μαύρο άλογο»), δεν διαθέτουν την ψυχική ρώμη που θα απέκλειε ριψάσπιδα στάση απέναντι στην πρώτη συναισθηματική δυσκολία. Ταυτότητά τους είναι οι ευσεβείς τους πόθοι, πραγματικότητά τους η επιθυμία τους. Δεν βλέπουν τον άλλον, η εικόνα του θολώνει πίσω από την αχλύ μιας παντοδύναμης φαντασίωσης, που δυσφορεί απέναντι σε οτιδήποτε δεν την ικανοποιεί.

Εχει γραφτεί και ξαναγραφτεί, το βιώνει, εξάλλου, ο καθένας: οι τροπικότητες του έρωτα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στην περιρρέουσα κουλτούρα. Στην εποχή του «πολλαπλού» και της τεχνητής αναπαραγωγής που δανείζεται τον μορφοπλαστικό της εξοπλισμό από ένα ήδη εκθρονισμένο «αυθεντικό», πώς μπορεί να επιβιώσει το ιδεώδες του ισόβιου έρωτα, «η πίστη και η ελπίδα στη μακροημέρευση της αγάπης»; Ολα τείνουν προς την ταχυκατανάλωση του έρωτα: γρήγορη προσέγγιση, γρήγορη συνεύρεση, γρήγορος χωρισμός. Οσο για την οδύνη που ακολουθεί, κι αυτή μοιάζει κίβδηλη – παράπονο μάλλον θυματοποιημένου εφήβου, παρά σύμπτωμα εν επιγνώσει πενθούντος.

Ο έρωτας είναι ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις, όπου η έξοδος δεν υπάρχει, επαναλαμβάνει σε όλους τους τόνους ο συγγραφέας. Ο διάλογος μεταξύ των δύο φύλων είναι αδύνατος. Οι ερωτευμένοι είναι καταδικασμένοι να πορεύονται ψηλαφητά, τυφλοί και κωφοί στην ακατανόητη γλώσσα του άλλου, αναζητώντας ανεύρετα κλειδιά, χτυπώντας βουβές πόρτες.