ΒΙΒΛΙΟ

Παντού και πουθενά

pantoy-kai-poythena-2118185

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ
Από το πουθενά
εκδ. Πατάκη

Σ​​ε ένα δωμάτιο, την ίδια ώρα, μια γυναίκα κι ένας άντρας συναντιούνται: ψυχαναλύτρια και αναλυόμενος, διαλέγονται, σιωπούν, ξεγυμνώνονται εναλλάξ. Οδύνη και άρνηση, σαγήνη και απώθηση, σαρκασμός και εμβάθυνση πυκνώνουν στην ατμόσφαιρα του δωματίου, ενώ έξω, αλλού, ο μεγάλος κόσμος, αποσυναρμολογημένος στις μικροϊστορίες όσων τον εποικούν, στα σπαράγματα της ζωής τους και στα θραύσματα των ονείρων τους, ξετυλίγει τον ζόφο του σαν ένα σύννεφο που σκιάζει τη θεραπευτική διαδικασία, σαν μια αντιστικτική μελωδία που με την πολύηχη κακοφωνία της προκαλεί τη μονοφωνία της ψυχανάλυσης. Χαώδης, ατέρμονη, η συνομιλία του εαυτού και των άλλων μπορεί να συνεχίζεται εις το διηνεκές.

Τι μας λέει ο Φάις; Πως ό,τι και αν συμβαίνει στην έξω πραγματικότητα, ο καθένας μας παλεύει με τα δικά του φαντάσματα, με τους ιδιωτικούς του τρόμους. Και ταυτόχρονα: όσο επώδυνη κι αν είναι η εμβάπτιση στο εσωτερικό σύμπαν, όσο κι αν η τραυματική εμπειρία καταλαμβάνει την ψυχική σκηνή σαν ογκόλιθος του πραγματικού, λίγο πιο πέρα από μας, η εξαρθρωμένη αλλά συντριπτική πραγματικότητα δονείται υπόκωφα, αποπνέοντας αγωνία και νοσηρότητα. Και ενώ ο κεντρικός ήρωας, ο συγγραφέας, προσπαθεί να βάλει τάξη στο εσωτερικό του τοπίο, το εξωτερικό περιβάλλον κινείται άναρχα, πυρετικά, χαοτικά. Σ’ αυτό το ρευστό παιχνίδι αντιπαραθέσεων, φαινομενικά αντιθετικό αλλά στην ουσία ενιαίο, μας καλεί ο συγγραφέας. Σε μια ανοίκεια αναγνωστική εμπειρία, χωρίς κάθαρση.

Αυτοαναφορικοί κλόουν, παραληρούντες ιδεοληπτικοί, τσακισμένοι πλάνητες, κοινωνικά απόβλητοι, παρίες, γερασμένοι Δονζουάν, κακοποιημένες γυναίκες, ανάπηροι και παραμορφωμένοι, χαμένα κορμιά, θύματα των γυρισμάτων της ιστορίας, τα πρόσωπα που εμψυχώνουν τα μικροπεριστατικά τα οποία εκτυλίσσονται έξω από το δωμάτιο όπου συντελείται η ψυχαναλυτική διαδικασία είναι ίδια και ξένα, απολύτως εναλλάξιμα, φαντασιωτικά κατοπτρικά είδωλα του εαυτού τους, που εξαντλούν τα όρια των αντοχών τους, σαν σχοινοβάτες του τρομερού, που δεν είναι άλλο από τη ζωή. Η ύπαρξη δεν γνωρίζει άλλη εναλλακτική λύση από το να υπάρχει, και οι άνθρωποι του Φάις επιμένουν να ζουν, επειδή δεν επιθυμούν να μην είναι ζωντανοί. Σπονδυλωμένοι γύρω από ένα τεράστιο κενό, εμμένουν στην αθλιότητα της καθημερινότητάς τους, καθηλωμένοι σ’ ένα μεταβατικό πεδίο ακινησίας, σαν το ακίνητο, αν και εκτοξευμένο, βέλος του Ζήνωνα· συζητούν με φράσεις από τις οποίες απουσιάζει η συνοχή, ακριβώς επειδή η κοινωνική πραγματικότητα δεν έχει συνοχή· μετεωρίζονται σε έναν κόσμο όπου δεν έχουν θέση, εξ ου και η αδράνεια ή η παραλυσία τους.

Και ο συγγραφέας; Ο συγγραφέας παλεύει με τις λέξεις, μαγνητισμένος από το βιωμένο, συνεπαρμένος από το ανείπωτο. Ανατόμος της μνήμης, εναντιοδρόμος και αντιρρητικός, υπόρρητα πολιτικός. Αλλά οι λέξεις είναι ελαττωματικές, τα πράγματα εξουθενωμένα, η συνείδηση τραυματισμένη, απομονωμένη. Αυτήν την κατακερματισμένη συνείδηση ανατέμνει ο Φάις· και το κάνει με μια ριζοσπαστική, μουσική χρήση της μορφής και της γλώσσας που ανακαλεί τον προφήτη της στειρότητας και της απανθρωπιάς του σύγχρονου κόσμου, τον Μπέκετ, και τον άλλον μεγάλο συγγραφέα, τον αρνητή κάθε τελικότητας, Τόμας Μπέρνχαρντ.

Ο κύκλος φαινομενικά θα κλείσει με την επανεμφάνιση επί σκηνής του ζεύγους αναλυόμενου-αναλύτριας που θα δραπετεύσει από το τόσο γνωστό μας πια δωμάτιο, συντροφιά με την αινιγματική γάτα της αναλύτριας, έναν θηλυκό Λούσιφερ που χαμογελάει κάτω από τα μουστάκια της με τα αδιέξοδα πάθη των ανθρώπων. Η τελευταία σκηνή, ουσιαστικά ένα μονόπρακτο που σβήνει μέσα στο τραγούδι που έχει δώσει στο βιβλίο τον τίτλο του, δεν είναι παρά η αναπάντεχη διακοπή, σ’ ένα απρόβλεπτο σημείο, ενός ασθματικού παραμιλητού. Μια μεγάλη μαύρη παύση, ανάμεσα στις άλλες, τις μικρότερες, που έχουν καταβροχθίσει τη λεκτική επιφάνεια του κειμένου. Ενα ανεξιχνίαστο χάσμα σιωπής που θα ξαναγεφυρωθεί, αν ο συγγραφέας το θελήσει, μ’ εκείνο το οφιοειδές μονοπάτι της ιδιαίτερης γραφής του που περνάει ξυστά από το χείλος ενός γκρεμού.