ΒΙΒΛΙΟ

Στη μέγγενη της εξουσίας

kritiki

ΜΕΣΑ ΣΕΛΙΜΟΒΙΤΣ
Ο δερβίσης και ο θάνατος
μτφρ.: Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης
εκδ. Επίκεντρο

Ο ​​άνθρωπος αντιμέτωπος με την εξουσία: αυτό είναι το θέμα του συγκλονιστικού βιβλίου του Γιουγκοσλάβου συγγραφέα Μέσα Σελίμοβιτς, που γράφτηκε τη δεκαετία του ’60 και παρά λίγο να του χαρίσει το Νομπέλ.

Ή αλλιώς το πώς μπορεί ένας ευφυής, σκεπτόμενος άνθρωπος να αλλοτριωθεί σταδιακά και να παραδοθεί ολοκληρωτικά σ’ ένα μηχανισμό που τον ακυρώνει ως ηθικό ον. Ο ήρωας του έργου, ο δερβίσης Αχμέτ Νουρουντίν, παγιδευμένος στη μέγγενη της εξουσίας, ενεός απέναντι στη δύναμή της, περίτρομος απέναντι στα τερτίπια της, αλλά και προσκολλημένος στη σαγήνη της, προδίδει τον αδελφό του, προδίδει τον φίλο του, προδίδει τον ίδιο του τον εαυτό. Αδυνατεί να αναδιεκδικήσει την αυτεξουσιότητά του, εγκαταλείπεται στη στενότητα του πνεύματος, στη συναισθηματική δειλία. Στη ρίζα του μυθιστορήματος βρίσκεται η πάλη του ίδιου του συγγραφέα με το αίσθημα της ενοχής που τον ταλάνισε μετά την εκτέλεση του αδελφού του από τους κομμουνιστές συντρόφους του και τη δική του αδυναμία να αποκολληθεί από το Κόμμα. Στην εισαγωγή του, ο χαλκέντερος μεταφραστής Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης παραθέτει ένα απόσπασμα από τις «Αναμνήσεις» του Μέσα Σελίμοβιτς, απολύτως χαρακτηριστικό της ηθικής συντριβής του συγγραφέα, όταν, λίγες μόλις ημέρες μετά τον θάνατο του αδελφού του, δέχθηκε να μιλήσει σε κομματική εκδήλωση σαν να μην είχε συμβεί τίποτα: «Θέλω να ξεχάσω ότι ήθελα να μιλήσω, ότι μπόρεσα, ότι είχα δυνάμεις να μιλήσω, ότι δεν αντέδρασα σαν άνθρωπος, δεν εξεγέρθηκα σαν αδελφός εναντίον της αφύσικης υποχρέωσης που επέβαλλα στον εαυτό μου».

«Ο δερβίσης και ο θάνατος» εκτυλίσσεται σε μια μικρή γωνιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μάλλον τον 17ο αιώνα – αλλά ο αναγνώστης μένει μετέωρος στη χρονική αοριστία, παρότι ένα αόρατο ρολόι χτυπάει πότε πότε τα λεπτά, σαν να μετράει τους σπασμούς της συνείδησης του κεντρικού ήρωα. Η πόλη όπου τοποθετείται η δράση παραμένει πεισματικά ανώνυμη· τα πρόσωπα τις περισσότερες φορές δεν έχουν ονόματα, μόνο ιδιότητες, είναι ο βαλής, ο καδής, ο μουφτής, ο μουλάς, ο ντεφτερντάρ· τους ορίζει, δηλαδή, μονάχα η θέση τους στην ιεραρχία, ο ρόλος. Ακόμη και η πίστη στο Ισλάμ τρεμοπαίζει στο βιβλίο, μολονότι οι δερβίσηδες αντιπροσωπεύουν την πιο ισχυρή, σοβαρή και αγνή θρησκευτική τάξη του Ισλάμ. Ο τεκές δεν είναι ασφαλές καταφύγιο. Οι τρόφιμοί του είναι άρρωστοι ή καθάρματα ή τόσο ανυπόστατοι ηθικά, που η άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων δεν συνεπάγεται ευλάβεια· αντίθετα, αποπνέει υποκρισία, γίνεται μηχανικά, πέρα από το νόημα. Η διακυβέρνηση της πόλης, ολόκληρης της αυτοκρατορίας, είναι διεφθαρμένη, χωρίς αρχές, παρά την πανταχού παρουσία ισλαμικών δομών και κανόνων. Και το ίδιο το ιερό κείμενο του Ισλάμ, το Κοράνι, ένας στίχος του οποίου ανοίγει κάθε κεφάλαιο, είναι θολό, καθώς τα μότο παρατίθενται ελαφρώς παρεφθαρμένα, απεκδυόμενα την ισχύ ακριβούς παραπομπής. Ολα αυτά δημιουργούν μια αδιάπτωτη αίσθηση πνευματικής αμφισημίας, σύγχυσης και συμβιβασμού. Κάθε στοιχείο του βιβλίου, χρόνος, σκηνικό, χαρακτήρες, υπαινιγμοί, υπογραμμίζει τον μετεωρισμό της ασθενούς συνείδησης, της συρρικνωμένης ψυχής του Νουρουντίν.

Το βιβλίο είναι ένας μακρόσυρτος ηθικός και φιλοσοφικός στοχασμός, διάστικτος από αναδρομές στο παρελθόν – μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη εκδοχή του εσωτερικού μονολόγου. Διάλογοι αραιοί και διεσπαρμένοι, δομή σφιχτή, κλειστή και κατ’ εξοχήν ποιητική, αινιγματικός λυρισμός, πολυσήμαντη γλώσσα, μια νωπογραφία της μουσουλμανικής Βοσνίας δοσμένη σε τόνους μουντούς, ενίοτε αποκαλυψιακούς. Ενα μακρύ κυκλικό ποίημα είναι «Ο δερβίσης και ο θάνατος», ένας λογοτεχνικός ουροβόρος όφις, όπου το απογυμνωμένο, έρημο, μελαγχολικό τέλος συναντιέται με την αρχή, όχι μόνο επειδή η κατακλείδα είναι το ίδιο απόσπασμα από το Κοράνι με το οποίο ξεκινάει το βιβλίο, αλλά και επειδή ο άνθρωπος, είτε ζωντανός, όπως στην αρχή, είτε μελλοθάνατος, όπως ο Νουρουντίν στο τέλος, «είναι πάντα σε απώλεια».