ΒΙΒΛΙΟ

Υπόδειγμα φιλοσοφικής μυθογραφίας

ypodeigma-filosofikis-mythografias-2227098

Ο Αμπού Μπακρ Ιμπν Τουφάυλ (π. 1110-1185) ήταν Αραβας λόγιος από την Ανδαλουσία. Διετέλεσε γιατρός σύμβουλος της αυλής των Αλμοχαδών χαλιφών που κυβερνούσαν το δυτικό μέρος της αραβικής επικράτειας από το Μαρακές του Μαρόκου. Ο «Δρόμος του λόγου (Χάυυ Ιμπν Γιακζάν ή Τα μυστικά της φιλοσοφίας της Ανατολής)», το μόνο γνωστό του έργο, αποτελεί μοναδικό δείγμα μεσαιωνικής φιλοσοφικής μυθογραφίας. Σε αυτό, περιγράφεται η πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου από τα πρώτα σκιρτήματα της λογικής ζωής κατά την παιδική του ηλικία ώς την ολοκληρωμένη θέαση της νοητής Αλήθειας μέσα από ένα βίωμα μυστικιστικού χαρακτήρα.

Αυτές τις ημέρες θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Εκκρεμές, ο «Δρόμος του λόγου» σε εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια του Παύλου Καλλιγά. Εχοντας διδάξει επί αρκετά χρόνια αρχαία φιλοσοφία στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ, ο Π. Καλλιγάς, ειδικός στη μελέτη της φιλοσοφίας κατά την ύστερη αρχαιότητα, και ιδιαίτερα στο έργο του Πλωτίνου, σήμερα είναι διευθυντής του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών. Το βιβλίο θα παρουσιαστεί την Τετάρτη 24 Ιανουαρίου σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει (Ακαδημίας 32, 7 μ.μ.). Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.

H.M.

Οι άξιοι προπάτορές μας –ο Θεός ας τους ευλογεί– έχουν διηγηθεί πως σε ένα από τα νησιά της Ινδίας που βρίσκεται κοντά στον ισημερινό οι άνθρωποι γεννιούνται δίχως πατέρα ή μητέρα. Διότι, λένε, το νησί αυτό έχει το πιο εύκρατο κλίμα απ’ όλες τις περιοχές της γης και είναι το πιο πρόσφορο να δεχτεί πάνω του την ανθρώπινη παρουσία, καθώς φωτίζεται από ένα υπέροχο φως. (…) Λένε ότι απέναντι από το νησί εκείνο ήταν ένα άλλο μεγάλο νησί, πλούσιο και εκτεταμένο, το οποίο το κυβερνούσε κάποιος άρχοντας που ήταν εξαιρετικά αλαζονικός και ζηλόφθων.

Αυτός είχε μια πολύ όμορφη αδελφή, την οποία δεν την άφηνε να παντρευτεί ωσότου θα της εύρισκε κάποιον που να της αξίζει. Εκείνη όμως παντρεύτηκε κρυφά έναν συγγενή της ονόματι Γιακζάν, σύμφωνα με τα έθιμα που επικρατούσαν εκείνα τα χρόνια. Επειτα έμεινε έγκυος από αυτόν και γέννησε ένα παιδί. Φοβήθηκε τότε ότι αυτό θα μαθευτεί και ότι θα αποκαλυφθεί το μυστικό της, έτσι πήρε το μωρό και, αφού το είχε χορτάσει με το γάλα από το στήθος της, το έβαλε σε ένα κιβώτιο που το έκλεισε με ασφάλεια. Κατόπιν, μαζί με υπηρέτες και έμπιστούς της, το μετέφερε τη νύχτα στην παραλία.

Η καρδιά της ξεχείλιζε από έντονη αγάπη και στοργή για το παιδί, και το αποχαιρέτησε με τα εξής λόγια: «Παντοδύναμε Θεέ, δημιούργησες αυτό το παιδί από το τίποτα, του έδωσες τροφή στα βάθη της κοιλιάς μου και το φρόντισες ώσπου ολοκληρώθηκε και σχηματίστηκε εντελώς. Τώρα το εμπιστεύομαι στην καλωσύνη σου, ενώ προσεύχομαι για την εύνοιά σου, από φόβο για εκείνον τον τυραννικό, ισχυρό και πείσμονα βασιλιά. Σε εκλιπαρώ να σταθείς στο πλευρό του και να μην το εγκαταλείψεις, ω εσύ, πιο φιλεύσπλαχνε απ’ όλους».

Yστερα το έριξε στη θάλασσα, κατά την ώρα που η άμπωτη κατέβαινε με ορμή. Το ρεύμα το παρέσυρε την ίδια εκείνη νύχτα ώς την ακτή του άλλου νησιού που αναφέραμε προηγουμένως. Την ώρα εκείνη η παλίρροια έφτασε στο υψηλότερο σημείο της, εκεί όπου δεν θα έφτανε ξανά για έναν χρόνο. Το νερό φούσκωσε και το έφερε σε μια γόνιμη συστάδα από χόρτα, δίνοντάς του κάλυψη από τον άνεμο και τη βροχή, και με δέντρα που το προστάτευαν από τον ήλιο, καθώς «έγερναν και το σκέπαζαν όταν εκείνος ανέτειλε ή πήγαινε προς τη δύση του».

Οταν τα νερά υποχώρησαν και απομακρύνθηκαν, άφησαν το κιβώτιο που είχε μέσα το μωρό σε ένα στεγνό μέρος. Τότε φύσηξε ο άνεμος και μάζεψε γύρω του άμμο που εμπόδιζε την είσοδο στη συστάδα, έτσι ώστε το κιβώτιο να μην μπορεί να φύγει και η περιοχή να μείνει αποκλεισμένη από το νερό, μια και η παλίρροια δεν μπορούσε πια να φτάσει ώς εκεί. Στο μεταξύ, τα καρφιά στο κιβώτιο είχαν χαλαρώσει και οι σανίδες του είχαν ανοίξει, καθώς τα νερά το έσπρωχναν προς τη συστάδα.

Ετσι, όταν το παιδί πείνασε, άρχισε να στριφογυρίζει και να κλαίει, οπότε οι φωνές του έφτασαν ώς τα αυτιά μιας ελαφίνας που μόλις είχε χάσει το νεογνό της. Οταν η ελαφίνα άκουσε το κλάμα του μωρού, νόμισε πως ήταν το δικό της παιδί. Ακολούθησε τον ήχο έχοντας κατά νου το παιδί της, ωσότου βρήκε το κιβώτιο. Καθώς το μωρό βογγούσε και γκρίνιαζε μέσα στο κιβώτιο, εκείνη το σκούντησε με τις οπλές της μέχρις ότου μια σανίδα από το καπάκι του έσπασε και άνοιξε. Μόλις είδε το μωρό, η ελαφίνα συγκινήθηκε. Εγειρε πάνω του και το χάιδεψε, δίνοντάς του να βυζάξει από τους μαστούς της μέχρις ότου το γευστικό της γάλα έσβησε την πείνα του. Κατόπιν άρχισε να το φροντίζει, να το ανατρέφει και να το προστατεύει από κάθε κακό.