ΒΙΒΛΙΟ

Η πενθούσα ερωμένη της Μονμάρτρης

i-penthoysa-eromeni-tis-monmartris-2228341

T​​ο σκηνικό διαδραματίζεται στο κοιμητήριο της Μονμάρτρης. Μια νεαρή κοπέλα σπαράζει πάνω από ένα μνήμα. Ο άνδρας που την παρατηρεί από έναν διπλανό τάφο σπεύδει να την παρηγορήσει. Η κοπέλα τού λέει πως κλαίει για τον αγαπημένο της που χάθηκε στις θάλασσες της Ινδοκίνας.

«Θα θέλατε να πάμε να πιούμε κάτι;» λέει ο άνδρας όταν το κορίτσι ηρεμεί κάπως. Αυτός είναι εργένης, ούτε καν σαράντα, «ρουφά την παρισινή ζωή ώς το μεδούλι», κοσμικός «με την ευρύτερη και πιο θετική έννοια της λέξης». Μην τα πολυλογούμε, πίνουν ένα ποτήρι σε παρακείμενο εστιατόριο κι έπειτα καταλήγουν στο διαμέρισμά της.

Η σχέση θα διαρκέσει τρεις εβδομάδες. «Ερχεται όμως η στιγμή που κουράζεται κανείς με τα πάντα, ιδίως όταν πρόκειται για γυναίκες», ομολογεί ο ανήρ στους φίλους του, διηγούμενος την περιπέτειά του. Θα νοσταλγήσει όμως τη «χαριτωμένη πενθούσα ερωμένη» του οπότε θα την αναζητήσει εκεί όπου τη γνώρισε: στο κοιμητήριο της Μονμάρτης.

Κι όμως· ο τάφος του αγαπημένου της ήταν έρημος και ξεχασμένος. Ούτε λουλούδια ούτε στεφάνι. Καθώς αναχωρεί, τη βλέπει, να κλαίει στο πλευρό ενός άλλου άνδρα, προερχόμενη από διαφορετικό μνήμα. Εκείνη του ρίχνει ένα βλέμμα που λέει: «Μη με αναγνωρίσετε!» και την ίδια στιγμή μοιάζει να υπονοεί: «Περάστε να με δείτε, γλυκέ μου!».

Ο αφηγητής αναρωτιέται: «Τι είδους άνθρωπος να ήταν αυτή η μυστηριώδης κυνηγέτιδα των μνημάτων! (…) Μήπως απλώς να ήταν τόσο ευφυής ώστε συνέλαβε ετούτη την αξιοθαύμαστη, βαθιά φιλοσοφική ιδέα της εκμετάλλευσης των ερωτικών αναμνήσεων οι οποίες αναβιώνουν σε αυτά τα γεμάτα θλίψη μέρη;». Πάνω απ’ όλα, τον βασανίζει το ερώτημα: «Και θα ’θελα να ’ξερα ποιανού τη χήρα να υποδυόταν, άραγε, εκείνη την ημέρα!».

Ο Γκι ντε Μοπασάν (1850-1893) δημοσίευσε το διήγημα «Οι ταφόπλακες» το 1891 και ο κύριος Γκρι το διάβασε στο κομψό τομίδιο «Μαροκά. Τολμηρά διηγήματα», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη σε ωραία μετάφραση του Δημήτρη Γκινοσάτη. Είναι αυτό με το οποίο αρχίζει η συλλογή, γραμμένο δύο χρόνια πριν από την τραγική κατάληξη του συγγραφέα έπειτα από αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας.

«Αυτός ο καθαρόαιμος ρεαλιστής έχει γράψει μερικά από τα πιο ατμοσφαιρικά διηγήματα τρόμου», σχολιάζει ο κύριος Γκρι, «αλλά εδώ ακροβατεί ανάμεσα στον παιγνιώδη ερωτισμό και στο κυνικό χιούμορ, επιφυλάσσοντας σχεδόν σε κάθε ιστορία μια αναπάντεχη ανατροπή. Χώρια οι άφθαστες, αισθησιακές περιγραφές του, ειδικά στο ομότιτλο διήγημα, το “Μαροκά”, που εκτυλίσσεται στο Αλγέρι. Μικρές σπουδές λεπτοδουλεμένης πλοκής πάνω στο ανδρικό βλέμμα, στην ανδρική επιθυμία, στην ανδρική αδυναμία. Ισως κάποιες φεμινίστριες σήμερα να τον απέρριπταν – αλλά τότε θα έπρεπε να απορρίψουν και το ελεύθερο πνεύμα της ατίθασης Μαροκά, η οποία στις ”ολόλαμπρες νύχτες του αφρικανικού καλοκαιριού, λουσμένες στο ασημένιο φως της σελήνης”, κυκλοφορούσε “ολόγυμνη στη βεράντα – αδιαφορώντας αν γίνεται βορά αδιάκριτων βλεμμάτων”»…