ΧΟΡΟΣ

Γιατί δεν μου άρεσε ο «Γαλαξίας» του Αντώνη Φωνιαδάκη

giati-den-moy-arese-o-galaxias-toy-antoni-foniadaki

​​Δεν είμαι κριτικός χορού. Το σχόλιο που ακολουθεί συνιστά ιμπρεσιονιστική αποτύπωση και προέρχεται από έναν, ας πούμε, υποψιασμένο δέκτη καλλιτεχνικών δρώμενων, ο οποίος μάλιστα ενθουσιάστηκε αρχικά με το concept που επέλεξε ο καταξιωμένος χορογράφος Αντώνης Φωνιαδάκης για το έργο «Γαλαξίας», που παρουσιάστηκε τον Νοέμβριο στο «Ρεξ», ως παρθενική συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ο «Γαλαξίας» χαρακτηρίστηκε επίσημα «Χοροθέατρο» και είναι κινησιολογικό ποίημα κοσμολογικών αποχρώσεων: σύμπαν, χωρόχρονος, Μεγάλη Εκρηξη, μαύρες τρύπες, υπερκαινοφανείς αστέρες, μηδέν και άπειρο. Σπάνια καλλιτέχνες εμπνέονται τόσο άμεσα από τη θεωρία της σχετικότητας ή την κβαντοφυσική. Το έπραξε ο Αντ. Φωνιαδάκης.

Οπως προείπα, στην παράσταση προσήλθα με ιδιαίτερα θετική διάθεση λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος στην πηγή έμπνευσης αλλά και στη μουσική επένδυσή της, κυρίως στον Γκιέργκι Λίγκετι, στον οποίο τρέφω ιδιαίτερη αδυναμία για τις αριστουργηματικές του «Ατμόσφαιρες» και το επίσης έξοχο «Lontano». Στον «Γαλαξία», ο Φωνιαδάκης επέλεξε το πιο γνωστό μέρος από το περίφημο «Ρέκβιεμ» του Λίγκετι, το Lux Aeterna (που ακούγεται και στο «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» του Κιούμπρικ). Ενα άκρως υποβλητικό όσο και ανατριχιαστικά απόκοσμο σύμπλεγμα φωνών που αναδίνει μεταφυσικό ρίγος και κοσμολογικό δέος. Το Lux Aeterna (αιώνιο φως) «ντύνει» την κορυφαία στιγμή του «Γαλαξία»: η σύνθεση φωτισμού και κίνησης αποτυπώνουν εξαίσια την ποίηση της έναστρης νύχτας, τον τρόμο της κοσμικής μοναξιάς. Είναι μια μυσταγωγία – έως την τελείως ακατανόητη, έως και γραφικά κωμική, εμφάνιση δύο εξωγήινων μορφών. Ευτυχώς η προσθήκη αυτή έρχεται στο φινάλε του κομματιού· αρκεί όμως για να «κλωτσήσει» άσχημα τη σαγήνη που είχε δημιουργήσει.

Δυστυχώς, και στο υπόλοιπο μέρος του, ο «Γαλαξίας», παρά την εκπληκτική κίνηση των χορευτών και τους υποδειγματικούς φωτισμούς, είχε μια τεχνική αρτιότητα δίχως όμως «ψαχνό». Κυρίως οι λοιπές σκηνές μού έμοιαζαν σαν μέρη από άλλη παράσταση. Οι πιο αδύναμες στιγμές όμως ήταν οι σποραδικές απαγγελίες (για να δικαιολογηθεί άραγε το «χοροθέατρο» και η σύμπραξη με το Εθνικό;): στομφώδεις φωνασκίες όρων της αστροφυσικής, μια κακοφωνία επιστημονικών εννοιών, που έτσι ειπωμένες δεν σήμαιναν τίποτα. Ηταν περιττές· ήταν θόρυβος.

Εφυγα μουδιασμένος. Πιστεύω πάντοτε πως ένα δραστικό χορευτικό θέαμα μπορεί να αγγίξει κι έναν αμύητο. Δεν μου συνέβη με τον «Γαλαξία», δυστυχώς. Με εξαίρεση τη χορογραφία πάνω στον Λίγκετι. Αυτό κρατάω.