ΜΟΥΣΙΚΗ

Ενα εικοσιτετράωρο καραντίνας με τον συνθέτη Γιώργο Ανδρέου

«Βλέπουμε την ταινία του Σλέντορφ «Το Ταμπούρλο», βασισμένη στο ομώνυμο συνταρακτικό μυθιστόρημα του Γκίντερ Γκρας: Η Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα – πόλεμοι, πογκρόμ, βία, θανατικό. Και ελπίδα. Το ταμπούρλο χτυπά μέσα στη νύχτα. Αγρυπνη. Η ζωή», λέει ο Γιώργος Ανδρέου. Φωτ. SISSY MORFI

08.00
Ξυπνώ με την αίσθηση πως έχω προσγειωθεί σε χώρο άγνωστο, απροσδιόριστο (Ονειρο μέσα σε όνειρο; Ο θείος Ουίλιαμ κρύβει στο μανίκι κι άλλη, δεύτερη εκδοχή απάντησης: All the world’s a stage – και τι σκηνή, master μου, η εκλεκτότερη, για τον πρωταγωνιστή των πρωταγωνιστών, τον λαμπρό υιό των ιών, τον ιό των ιών, την COVID-19). Χώρος, είπα; Με παρηγορεί μια κουβέντα του Μαρωνίτη: «Προτείνω να μη λέμε “χώρος” αλλά “τόπος”, να μη λέμε “χρόνος” αλλά “καιρός”». Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν – και ιδού η νέα καραντίνα.
 
11.00
Εχω (προ πολλού) βγάλει στην αυλή τη Λούλου (τη γαλαζομάτα σκυλίτσα μας) και τον Πηγάσιο (τον πρασινομάτη γάτο μας). Εχω «πάρει» πρωινό (μου αρέσει το ρήμα αυτό – διασώζει κάτι κινηματογραφικό), έχω προσπαθήσει να συγκεντρωθώ σε μία σειρά πραγμάτων που επιθυμώ να φέρω εις πέρας – όμως η διαλυτική σκέψη (ως «σύννεφο με παντελόνια») απειλητικά επιτίθεται στον ανοιχτό μου ορίζοντα: «Για ποιον λόγο η βιασύνη; Είμαστε σε pause, ανάγκη καμία για πιεστικές προθεσμίες κ.λπ.». Πειρασμέ της αδράνειας βγες τώρα, τώρα, από το πεδίο μου, τώρα αμέσως! Ξέρω πως, αν εισακουστείς, θα καταλήξω με το τηλεκοντρόλ στο χέρι να ψάχνω ταινία ή σειρά στο Netflix –κι αυτό δεν είναι καθόλου καλό, έντεκα το πρωί. Καταλήγω στην επιλογή παρασκευής ψωμιού (χόμπι μου εδώ και πολλά χρόνια) – αναπιάνω το προζύμι μου και καταλήγω να ζυμώνω με ορμή. Ενώ μια μελωδία που προχθές είχε χαθεί (και πίστευα πως δεν θα επιστρέψει) ανάβει στο ηχείο μου το ένδον. «Γιατί χαμογελάς με τέτοιον ενθουσιασμό;», ρωτάει η Κορίνα. Φαίνεται πως η χαρά δεν με αφήνει να κρυφτώ: Παίζω με την έμπνευση κρυφτό. Εννιά στις δέκα φορές κερδίζει εκείνη. Πάω για τη μία, τη μονάκριβη.

14.00
Το ψωμί φουσκώνει. Εχω καταγράψει σε παρτιτούρα τη γυριστρούλα μελωδία κι αποφασίζω να μαγειρέψω. Θα φτιάξω τραχανόσουπα – από γλυκό και ξινό τραχανά, με φρέσκα μανιτάρια, κεφαλοτύρι, γιαούρτι και κρέμα γάλακτος. Στην προηγούμενη καραντίνα συμμετείχε στη γευσιγνωσία και ο γιος μου ο Ανδρέας (Κορίνα συν Ανδρέας, ενωμένες δημοκρατικές δυνάμεις εναντίον των συνταγών μου), όμως σ’ αυτή την καραντίνα βρίσκεται στη Θήβα, σε κέντρο κατάταξης. Πήγε φαντάρος (όπως λέγαν οι παλιοί), να υπηρετήσει τη μαμά Ελλάδα, ακριβώς τριάντα χρόνια από τότε που κατατάχθηκα εγώ στην Αεροπορία, στην Τρίπολη (Ε ’90 – Tρίτη Μοίρα). Περνούν τα χρόνια κι η ζωή, «ανεπαισθήτως».
 
18.00
Ο τραχανάς «καλός» (έτσι αποφάνθηκε το εναπομείναν μέλος της επιτροπής αστεριών Michelin). Είμαι μπροστά στο πιάνο, επιχειρώ να συνθέσω ένα πρωτότυπο τραγούδι για το φινάλε μιας θεατρικής παράστασης στην Κύπρο (ΕΘΑΛ Λεμεσσού / Οι Γαμπροί της Ευτυχίας / σκηνοθεσία του φίλου μου Αχιλλέα Γραμματικόπουλου). Γράφω στο ρεφρέν: «Ενα κομμάτι ευτυχία, δικαίωμα / μες στο στερέωμα / ποιος δεν το θέλησε / να κρατηθεί». Μέσα στη μαυρίλα του αναγκαστικού εγκλεισμού (σκέφτομαι) πόσο σημαντική η αγαπητική συνύπαρξη των προσώπων της οικογένειας και πόσο δύσκολη η συμβίωση όταν οι ντουλάπες κρύβουν σκελετούς… «Ενα κομμάτι ευτυχία / αστέρι μου / φωτιά και ταίρι μου / ποιος δεν το άναψε / να ζεσταθεί».
 
22.00
Το τραγούδι (τραγουδισμένο από μένα – δυστυχώς για τους ηθοποιούς…) ηχογραφήθηκε ως ντέμο και στάλθηκε στην Κύπρο. Διαβάζω (πάλι και πάλι) Σεφέρη («Βάλε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη και να τη σπείρουν / ό,τι πέρασε πέρασε σωστά»). Δεν θέλω να εξηγήσω, να αποδώσω ευθύνες, να δικάσω, να επιτιμήσω, να θυμώσω με «ανεύθυνες συμπεριφορές» κ.λπ. Δεν είναι εύκολο να φοράς με συνέπεια τη μάσκα σου, τη μέσα μάσκα σου, όχι την έξω, την εύκολη της μιας χρήσης. Η μέσα μάσκα προϋποθέτει άσκηση ζωής, σεβασμό στο «άθλημα της σχέσης» (μου αρέσει αυτή η οικεία, συχνή στις επιφυλλίδες του Γιανναρά έκφραση), συνδυασμό ευθύνης εξατομίκευσης και ενεργητικής κοινωνικότητας. «Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο, / άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν / – σαν έρθει ο θέρος, / προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι – / σαν έρθει ο θέρος / άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό / άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους / άλλοι ρητορεύουν. / Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες, / σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις; / Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα; / Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;». Σεφέρης ξανά. Θα αντέξουμε; Ναι. Θα αντέξουμε. Βλέπουμε την ταινία του Σλέντορφ «Το Ταμπούρλο» (Die Blechtrommel), βασισμένη στο ομώνυμο συνταρακτικό μυθιστόρημα του Γκίντερ Γκρας: Η Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα – πόλεμοι, πογκρόμ, βία, θανατικό. Και ελπίδα. Το ταμπούρλο χτυπά μέσα στη νύχτα. Αγρυπνη. Η ζωή.