ΜΟΥΣΙΚΗ

«Βασιλική» διασκέδαση με χορευτικό οίστρο

«Βασιλική» διασκέδαση με χορευτικό οίστρο

Μετά τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, τα Θεοφάνια. Οπως οι προηγούμενες δύο, έτσι και αυτή η γιορτή ενέπνευσε έργα σε συνθέτες κάθε εποχής, από τον Μπαχ και τον Κορνέλιους έως τον Ρεσπίγκι και τον Χολστ. Αλήθεια είναι ότι τα περισσότερα περιλαμβάνουν χορωδία, όπως το διασημότερο από αυτά, η τελευταία καντάτα από το Ορατόριο των Χριστουγέννων του Μπαχ.

Στις 6 Ιανουαρίου, από την αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» μεταδόθηκε συναυλία που δεν είχε σχέση με τη συγκεκριμένη γιορτή, αλλά με τα… νερά. Ούτε με αυτά καλά καλά, αφού η περίφημη «Μουσική των νερών» του Χέντελ δεν αφορά το υδάτινο στοιχείο, απλώς πήρε το όνομά της επειδή πρωτακούστηκε εν πλω. Στις 17 Ιουλίου 1717, ο Γεώργιος Α΄ της Αγγλίας με τη συντροφιά του έπλευσε κατά μήκος του Τάμεση από το Ουάιτχολ μέχρι το Τσέλσι. Σύμφωνα με τις πηγές, σε ένα από τα πλοιάρια που τον συνόδευαν, πενήντα μουσικοί έπαιζαν μουσική που είχε συνθέσει ο Χέντελ ειδικά για την περίσταση. Αρεσε δε τόσο πολύ στον βασιλιά, ώστε ζήτησε να την επαναλάβουν συνολικά ακόμη τρεις φορές κατά τη διαδρομή και κατά την επιστροφή. Η πομπή ξεκίνησε στις οκτώ το βράδυ, το γεύμα παρατέθηκε στο Τσέλσι στη μία τα ξημερώματα και ο βασιλιάς επέστρεψε στα διαμερίσματά του στις τέσσερις και μισή τα χαράματα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν κάτι τέτοιο. Ανάλογες βαρκάδες είχαν πραγματοποιηθεί τις δύο προηγούμενες χρονιές και παρότι δεν αναφέρεται ότι ο Χέντελ συνεισέφερε μουσική, δεν είναι απίθανο να είχε συμβεί. Το χειρόγραφο της «Μουσικής των νερών» έχει χαθεί και συνεπώς είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς εάν τα μέρη που το απαρτίζουν γράφηκαν την ίδια ή σε διαφορετικές χρονιές. Με δεδομένη την ενορχήστρωση, τα μέρη αυτά μπορούν να οργανωθούν σε τρεις σουίτες, μία σε φα μείζονα με σημαντικό ρόλο για τα κόρνα, μία σε ρε μείζονα στην οποία προστίθενται τρομπέτες και μία «σουίτα δωματίου» σε σολ μείζονα, η οποία πιθανόν να γράφηκε προκειμένου να συνοδεύσει το γεύμα στο Τσέλσι.

Στις 6 Ιανουαρίου, ακούστηκαν και οι τρεις σουίτες από την ορχήστρα εγχόρδων Καμεράτα, που για τον σκοπό ενισχύθηκε από ξύλινα και χάλκινα πνευστά, όπως επίσης από τύμπανα και τσέμπαλο. Ο Γιώργος Πέτρου διηύθυνε το σύνολο αξιοποιώντας γενναιόδωρα τη μακρά εμπειρία του στον Χέντελ. Η ακολουθία των ευχάριστων ζωηρών χορών και η εναλλαγή τους με μέρη περισσότερο λυρικά δόθηκε με εξαιρετική επιτυχία, χάρη σε μια μουσική διεύθυνση που ήξερε να αναδεικνύει το εκάστοτε ουσιώδες και να το εμπλουτίζει με το στοιχείο που δίνει το ξεχωριστό χρώμα σε κάθε κομμάτι. Ταχύτητες σφιχτές, αλλά κυρίως εύπλαστες, με διαρκείς αυξομειώσεις, ανέδειξαν τη χορευτική διάθεση. Οφείλει κανείς να υπογραμμίσει τη συμβολή των μουσικών που έπαιξαν πνευστά όργανα, ιστορικά ή αντίγραφα εποχής: του Δημήτρη Βάμβα και της Στέλλας Νικολαΐδη στο όμποε, του Αλέξανδρου Οικονόμου στο φαγκότο, του Κώστα Σίσκου και της Μαρίας Φωτιά στα κόρνα, του Σπύρου Αρκούδη και της Σοφίας Σιωρά στην τρομπέτα, καθώς και του Δημήτρη Κούντουρα, ο οποίος έπαιξε πλαγίαυλο και φλογέρα, αναδεικνύοντας το υπέροχο ποιητικό αργό μέρος της δεύτερης σουίτας.