ΜΟΥΣΙΚΗ

Κίσιν, Μπουνιατισβίλι και Πογκορέλιτς σε πιανιστικό διάλογο

kisin-mpoyniatisvili-kai-pogkorelits-se-pianistiko-dialogo-561534184

Τρεις καταξιωμένους πιανίστες περιλάμβανε ο κύκλος «Piano masters», με τον οποίο ξεκίνησε η νέα καλλιτεχνική περίοδος στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Τρεις ξεχωριστές μουσικές προσωπικότητες, που ανήκουν επίσης σε διαφορετικές γενιές: στις 24 Σεπτεμβρίου εμφανίστηκε ο Ρώσος Εβγκένι Κίσιν (γενν. 1971), στις 26 η Γεωργιανή Κάτια Μπουνιατισβίλι (γενν. 1987) και στις 30 ο Κροάτης Iβο Πογκορέλιτς (γενν. 1958).

Μόνο θαυμασμό μπορεί κάποιος να εκφράσει για την τέχνη του Κίσιν. Το διμερές πρόγραμμά του ξεκίνησε με την Τοκάτα και φούγκα σε ρε ελάσσονα BWV 565 του Μπαχ σε μεταγραφή του Καρλ Τάουζιγκ και συνεχίστηκε με τη Σονάτα αρ. 31 σε λα ύφεση μείζονα (έργο 110) του Μπετόβεν. Στο δεύτερο μισό περιλάμβανε τέσσερις Μαζούρκες, καθώς επίσης το Αντάντε σπιανάτο και τη Μεγάλη λαμπερή Πολωνέζα του Σοπέν. Περιττό να σχολιάσει κανείς τεχνική, δεξιοτεχνία, τον έλεγχο της δυναμικής ή την εξαιρετική τέχνη με την οποία ο Κίσιν έδενε τις νότες, διασφαλίζοντας τη ροή της μουσικής. Σημαντικότερη ήταν η αίσθηση του ύφους και της αισθητικής, με άλλα λόγια ο τρόπος με τον οποίον όλα τα παραπάνω έμπαιναν στην υπηρεσία της έκφρασης, αναδεικνύοντας το στίγμα κάθε έργου, χαρίζοντας πλαστικότητα και ενδιαφέρον στη μουσική. 

Με ανάλογα εντυπωσιακές ευκολίες και απίστευτο έλεγχο σε όλα τα εκφραστικά της μέσα, η Μπουνιατισβίλι στάθηκε στον αντίποδα. Τόσο, που δημιουργούνταν συχνά η αίσθηση πως οι ερμηνείες της κινούνταν ενάντια στα δημοφιλή κομμάτια των Σατί, Μπαχ, Σοπέν, Σούμπερτ, Λιστ και Κουπρέν, που ερμήνευσε. Οι εξαιρετικά αργές ταχύτητες που επιλέχθηκαν αδιακρίτως στα περισσότερα έργα, οδηγούσαν στην κατάρρευση της δομής κάθε σύνθεσης. Σε συνδυασμό με το χαμηλόφωνο παίξιμο, με διαβαθμίσεις ασφαλώς, αλλά σταθερά από ένα επίπεδο έντασης και κάτω, κατέληγαν στην απονεύρωση της μουσικής. Από τεχνική άποψη ήταν όλα θαυμαστά έως απίστευτα, από δεξιοτεχνική άποψη η ξέφρενη ερμηνεία της «Ουγγρικής ραψωδίας» αρ. 2 του Λιστ έκοβε την ανάσα με την ακρίβεια και την ορμή της. Ωστόσο, ενώ δύο βραδιές νωρίτερα είχε κανείς την αίσθηση ότι ο πιανίστας αναδείκνυε τα έργα, σε αυτήν τη συναυλία μάλλον τα έργα χρησίμευαν στην ανάδειξη της πιανίστριας. 
Το τρίτο ήταν το πιο αμήχανο από τα ρεσιτάλ. Ο Πογκορέλιτς παρουσίασε ένα πρόγραμμα αποτελούμενο αποκλειστικά από έργα του Σοπέν. Oπως έγραψε πρόσφατα στην «Κ» ο Ηλίας Μαγκλίνης (26.9.2021), ο πιανίστας θεωρεί ότι η μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από τη μουσική του Σοπέν είναι «το ότι δεν είναι διανοητική». 

Eτσι, ερμηνεύοντας την τρίτη Σονάτα, τη Φαντασία έργο 49, την Πολωνέζα-Φαντασία έργο 61 και τη Βαρκαρόλα έργο 60, θέλησε ίσως να πείσει για το αντίθετο, αποδίδοντας αδιαφοροποίητα τις φράσεις, ανακόπτοντας τον προφανή ειρμό, παίζοντας αργά και αναλυτικά, σχεδόν αρνούμενος τη δηλωμένη (από τον συνθέτη) ταυτότητα κάθε έργου. 
Υποβαθμίστηκε, έτσι, η συνιστώσα του συναισθήματος, που όμως αποτελεί κύρια όψη αυτής της μουσικής. Δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι απ’ την αρχή μέχρι το τέλος άκουγε κανείς το ίδιο έργο. Aριστα παιγμένο, με υποδειγματική τεχνική και λαμπερή δεξιοτεχνία.