ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ποιοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν από τις νέες αντικειμενικές

Από την αναπροσαρμογή των νέων αντικειμενικών αξιών, το υπουργείο Οικονομικών υπολογίζει αυξημένα έσοδα της τάξεως των 400-500 εκατ. ευρώ (φωτ. INTIME).

Στα χέρια της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Οικονομικών βρίσκονται οι εισηγήσεις των εκτιμητών ακινήτων με βάση τις οποίες θα αναπροσαρμοσθούν οι υφιστάμενες τιμές ζώνης, ενώ θα ενταχθούν για πρώτη φορά στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού περίπου 3.000 περιοχές.

Οι νέες αξίες θα τεθούν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2021 εφόσον οι εξελίξεις της υγειονομικής κρίσης το επιτρέψουν, ενώ σε διαφορετική περίπτωση η εφαρμογή τους θα μεταφερθεί για το δεύτερο εξάμηνο του έτους.

Τις εισηγήσεις των εκτιμητών θα επεξεργασθούν αρμόδιες επιτροπές του υπουργείου Οικονομικών και στην περίπτωση που διαπιστώσουν ότι σε κάποια περιοχή δύο εκτιμητές έχουν δώσει τιμές με μεγάλη απόκλιση, θα κληθεί τρίτος εκτιμητής έτσι ώστε να γεφυρωθεί το χάσμα. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών θα αποφασίσει εάν οι νέες τιμές ζώνης θα εξισωθούν με τις εμπορικές, ή εάν θα είναι ελαφρώς μικρότερες από τις σημερινές τιμές πώλησης των ακινήτων. Πάντως, η δέσμευση που έχει αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών απέναντι στους θεσμούς είναι η εξίσωση των τιμών.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι εισηγήσεις για παράδειγμα στην Αγία Παρασκευή είναι να αυξηθούν οι σημερινές τιμές κατά 10%-15%, ενώ αντίστοιχες εισηγήσεις έχουν κατατεθεί για παράδειγμα και για το Καρπενήσι. Στη Σαντορίνη και συγκεκριμένα στην Καλντέρα η τιμή ζώνης σήμερα ανέρχεται στα 1.600 ευρώ/τ.μ. Η εισήγηση είναι να φθάσει τις 3.000 ευρώ/τ.μ., τη στιγμή όμως που οι τιμές πώλησης είναι της τάξης των 4.000-4.500 ευρώ/τ.μ. Σε αυτή την περίπτωση δεν προκύπτει εξίσωση των τιμών αλλά η εισήγηση είναι χαμηλότερη έως και 50% συγκριτικά με την τιμή πώλησης. 

Στο κέντρο της Αθήνας

Με βάση τα σημερινά δεδομένα από τις εισηγήσεις που έχουν δοθεί στην ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών, προκύπτουν αυξήσεις σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας που ευνοήθηκαν από την εκτόξευση των βραχυχρόνιων μισθώσεων τα προηγούμενα χρόνια, όπως και στις πλέον φθηνές περιοχές του λεκανοπεδίου, όπου οι αντικειμενικές παρέμεναν σε χαμηλό επίπεδο για λόγους κοινωνικούς. Εκτός από τις ανωτέρω περιοχές, αναπροσαρμογές προς τα πάνω αναμένονται και σε 4.132 περιοχές της χώρας, όπου η προηγούμενη κυβέρνηση στην τελευταία αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών αποφάσισε να κρατήσει τις τιμές στα ίδια επίπεδα προκειμένου να μην υπάρξουν επιβαρύνσεις στον ΕΝΦΙΑ.

Από την αναπροσαρμογή των νέων αντικειμενικών αξιών το υπουργείο Οικονομικών υπολογίζει αυξημένα έσοδα της τάξεως των 400-500 εκατ. ευρώ. Βέβαια, το ποσό αυτό θα προκύψει από την ένταξη στο σύστημα των 3.000 περιοχών που βρίσκονται σε ιδιαίτερα δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, όπως για παράδειγμα η Μύκονος, η Σαντορίνη, η Πάρος κ.ά.

Μάλιστα, σε ορισμένες από αυτές τις περιοχές οι φορολογητέες αξίες θα είναι δεκαπλάσιες και ενδεχομένως 20πλάσιες συγκριτικά με τις σημερινές. Και αυτό καθώς σήμερα καταβάλλεται ελάχιστος φόρος, δεδομένου ότι αντιμετωπίζονται ως αγροτεμάχια. Με τους αυξημένους φόρους που θα κληθούν να πληρώσουν οι ιδιοκτήτες των ακινήτων στις υπό ένταξη στο αντικειμενικό σύστημα περιοχές θα χρηματοδοτηθεί η μείωση του ΕΝΦΙΑ το 2021.

Σημειώνεται ότι το 2019 η κυβέρνηση προχώρησε στην πρώτη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 22% μεσοσταθμικά και είχε ανακοινώσει νέα μείωση κατά 8% μεσοσταθμικά για το 2020. Ωστόσο, η πανδημία σταμάτησε το σχέδιό της που προέβλεπε μείωση φόρων, κάτι που ενδεχομένως να συνεχισθεί το επόμενο έτος. 

Συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ

Η νέα παράμετρος που μπαίνει στο τραπέζι αναφορικά με τη μείωση του ΕΝΦΙΑ είναι εάν θα γίνει στον κύριο φόρο ή στον συμπληρωματικό ΕΝΦΙΑ που πληρώνουν περίπου 500.000 ιδιοκτήτες ακινήτων. Αυτή, άλλωστε, είναι και η εισήγηση της επιτροπής Πισσαρίδη που έχει κατατεθεί στην ελληνική κυβέρνηση.

Ουσιαστικά, η πρόταση της επιτροπής των οικονομολόγων προβλέπει την κατάργηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ, δηλαδή του φόρου που επιβάλλεται στα εντός σχεδίου κτίσματα και οικόπεδα αντικειμενικής αξίας άνω των 250.000 ευρώ.

O συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ ανέρχεται στο ποσό των 631 εκατ. ευρώ και καταβάλλεται από 450.000 φυσικά πρόσωπα και περίπου 50.000 επιχειρήσεις. Η συνολική αξία των ακινήτων που κατέχουν οι ανωτέρω ξεπερνάει τα 600 δισ. ευρώ, όταν η συνολική ακίνητη περιουσία είναι ελαφρώς πάνω από 1 τρισ. ευρώ. Οπως αναφέρει πηγή του υπουργείου Οικονομικών, στόχος ήταν με την απόδοση του ΕΝΦΙΑ στους δήμους να καταργηθεί και ο συμπληρωματικός φόρος. Δηλαδή, η πρόταση της επιτροπής δεν ξάφνιασε την κυβέρνηση, καθώς ήταν εντός των προεκλογικών της εξαγγελιών.

Σε έκθεση που είχε εκπονήσει το ΙΟΒΕ αναφέρεται ότι μόνο από την κατάργηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ το ΑΕΠ «θα αυξηθεί κατά 1,1 έως 1,4 δισ. ευρώ τα χρόνια που έπονται της κατάργησης του συμπληρωματικού φόρου ακίνητης περιουσίας, συγκριτικά με την περίπτωση στην οποία διατηρείται το υφιστάμενο φορολογικό καθεστώς. Επιπλέον, οι νέες θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης μπορεί να ξεπεράσουν, μέσα σε μία πενταετία, τις 33.000, μέγεθος ιδιαιτέρως σημαντικό δοθέντος του υψηλού ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα».

Στην περίπτωση που η κυβέρνηση επιλέξει τη μείωση του κύριου φόρου κατά 8% μεσοσταθμικά, ωφελημένοι θα βγουν κυρίως οι έχοντες μικρή και μεσαία ακίνητη περιουσία. Αντιθέτως, ο ΕΝΦΙΑ θα αυξηθεί για όσους μέχρι σήμερα η περιουσία τους υποφορολογούνταν. Αυτό θα γίνει μέσω της ένταξης στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων 3.000 περιοχών.

Η μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 8% δεν θα είναι οριζόντια αλλά στοχευμένη. Οπως αναφέρει παράγοντας του υπουργείου Οικονομικών, η εξίσωση των αντικειμενικών αξιών με τις εμπορικές που θα πραγματοποιηθεί, οδηγεί αναγκαστικά σε άλλες λύσεις και όχι στην οριζόντια μείωση του ΕΝΦΙΑ. Θα προσμετρηθεί το πόσο θα αυξηθεί η αξία των ακινήτων σε ορισμένες περιοχές αλλά και πόσο θα μειωθεί σε κάποιες άλλες.

Για παράδειγμα, ήδη στο κέντρο της Αθήνας οι τιμές έχουν αυξηθεί σημαντικά, κάτι που θα οδηγήσει σε ανάλογη αύξηση των αντικειμενικών αξιών. Στις περιοχές αυτές θα πρέπει να γίνουν πρόσθετες παρεμβάσεις στην κλίμακα του ΕΝΦΙΑ, έτσι ώστε να μη χαθούν οι μειώσεις του 2019 (κατά 22% μεσοσταθμικά), αλλά και να προκύψει κάποιο αλλά μικρότερο όφελος από τη δεύτερη δόση των μειώσεων.