ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αργεί η συμφωνία για το Ταμείο Ανάκαμψης

Αργεί η συμφωνία για το Ταμείο Ανάκαμψης

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ-ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Οταν ο Σαρλ Μισέλ ανακοίνωνε την ευτυχή κατάληξη της τετραήμερης Συνόδου Κορυφής τα ξημερώματα της 21ης Ιουλίου με το μονολεκτικό tweet «Deal!», ήταν γνωστό ότι έμεναν αρκετά βήματα μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία θεσμοθέτησης του νέου επταετούς προϋπολογισμού της Ε.Ε. και του νεότευκτου Ταμείου Ανάκαμψης. Η συμφωνία, ωστόσο, σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου –χωρίς να χρειαστεί δεύτερη Σύνοδος και πριν από τις διακοπές του Αυγούστου– είχε θεωρηθεί ότι έδινε αρκετό χρόνο για να γίνουν οι αναγκαίες περαιτέρω διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά και οι εθνικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες κύρωσης, ώστε το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) 2021-27 και το ταμείο να είναι έτοιμα την 1.1.2021.

Τα πράγματα αποδεικνύονται πιο περίπλοκα. Η γερμανική προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που εκπροσωπεί τους «27» στις διαπραγματεύσεις με το Κοινοβούλιο, είχε θέσει στόχο να υπάρξει τελική συμφωνία έως τα τέλη Σεπτεμβρίου. Πλέον, θεωρεί ότι, στο πιο ευοίωνο σενάριο, θα χρειαστεί έως τις αρχές Νοεμβρίου για να επιτευχθεί ο μεγάλος συμβιβασμός.

Με αυτό ως δεδομένο, σύμφωνα με υψηλόβαθμο Ευρωπαίο διπλωμάτη, είναι πλέον ανέφικτος ο στόχος της 1.1.2021 για την ενεργοποίηση του νέου ΠΔΠ και του Ταμείου Ανάκαμψης. Η ίδια πηγή προειδοποιεί ότι, ανάλογα με το πόσο θα διαρκέσει η αναβολή αυτή, μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις στην πρόσβαση των κρατών-μελών στους πόρους του ταμείου.

Μετά τη συμφωνία μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να κυρώσουν την Απόφαση περί Ιδιων Πόρων (Own Resources Decision), που εξουσιοδοτεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δανειστεί 750 δισ. ευρώ από τις αγορές για να χρηματοδοτήσει το Ταμείο Ανάκαμψης και καθορίζει το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής των δανείων αυτών για την περίοδο 2028-58. Οι εθνικές διαδικασίες κύρωσης διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Σύμφωνα με κοινοτική πηγή, η αρμόδια γενική διεύθυνση της Κομισιόν δεν αναμένει οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν πριν από τον Ιούνιο. Υπενθυμίζεται δε ότι η Ουγγαρία και η Πολωνία έχουν απειλήσει ότι δεν θα κυρώσουν την απόφαση αν δεν τους ικανοποιήσει η τελική μορφή του μηχανισμού για το κράτος δικαίου, η οποία, εκ των πραγμάτων, θα είναι πιο αυστηρή από την υφιστάμενη πρόταση της γερμανικής προεδρίας. Από την άλλη, χώρες όπως η Ολλανδία απέρριψαν κι αυτές τη γερμανική πρόταση στο Συμβούλιο (εγκρίθηκε με ειδική πλειοψηφία), θεωρώντας την ανεπαρκώς αυστηρή.

Η εκταμίευση των πρώτων κονδυλίων πάντως δεν προβλέπεται πριν από το τέλος του β΄ τριμήνου του 2021. Αφορά προχρηματοδότηση που θα φτάσει στο 10% του συνολικού ποσού που θα αιτηθεί κάθε χώρα από το Recovery and Resilience Facility, το βασικό εργαλείο του ταμείου. Τα κράτη-μέλη έχουν προθεσμία έως τις 30 Απριλίου 2021 να καταθέσουν τα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, βάσει των οποίων θα αιτηθούν τους πόρους που τους αναλογούν από το RRF.

Οι προκαταβολές δεν προϋποθέτουν την ολοκλήρωση οροσήμων. Για να δοθούν όμως τα χρήματα, θα πρέπει η Κομισιόν να έχει εγκρίνει τα σχέδια – κάτι για το οποίο έχει στη διάθεσή της δύο μήνες, διάστημα που ο αρμόδιος επίτροπος Πάολο Τζεντιλόνι έχει πει ότι είναι ο «απολύτως ελάχιστος χρόνος» που χρειάζεται για να γίνει σωστά η αξιολόγηση. Στη συνέχεια θα χρειαστούν έως και τέσσερις επιπλέον εβδομάδες για την αξιολόγηση από την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή. Οπως έχει σημειώσει στο Twitter ο Λούκας Γκούτενμπεργκ, αναπληρωτής διευθυντής του ινστιτούτου Delors, οι καθυστερήσεις στην εκταμίευση δεν έχουν τόση σημασία από μακροοικονομική άποψη, καθώς τα κράτη-μέλη μπορούν να εντάξουν δαπάνες (αναδρομικά από τον Φεβρουάριο του 2020) στο εθνικό τους σχέδιο και να αποζημιωθούν στη συνέχεια από τους κοινοτικούς πόρους.  

Οι δύο πλευρές (Συμβούλιο και Κοινοβούλιο), σύμφωνα με πληροφορίες, εξακολουθούν να διαφωνούν τόσο για το συνολικό ύψος του ΠΔΠ όσο και για την τελική μορφή του μηχανισμού υπεράσπισης του κράτους δικαίου. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται αύριο, Δευτέρα, σε ολιγομελή σύνθεση (μόνο οι επικεφαλής διαπραγματευτές του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Κομισιόν), και στη συνέχεια την Τετάρτη σε πλήρη σύνθεση. Με την πανδημία σε επιθετική έξαρση στο Βέλγιο (την Πέμπτη καταγράφηκε νέο ημερήσιο ρεκόρ με 16.746 κρούσματα), υπάρχει ανησυχία ότι στενεύουν τα περιθώρια για περαιτέρω συναντήσεις διά ζώσης.

Τις τελευταίες ημέρες, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ενώ στο ζήτημα του κράτους δικαίου έχει υπάρξει κάποια πρόοδος στις διαπραγματεύσεις, έχει αναδειχθεί σε ιδιαιτέρως ακανθώδες το ζήτημα της ενίσχυσης του συνολικού ύψους του προϋπολογισμού. Το Κοινοβούλιο έχει ζητήσει να αυξηθεί κατά 39 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-27 (από το ποσό του 1,074 τρισ. ευρώ που συμφωνήθηκε στη Σύνοδο Κορυφής του Ιουλίου).

Η πλευρά του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που εκπροσωπείται από τη γερμανική προεδρία, δηλώνει ανοικτή σε αύξηση «μονοψήφιου αριθμού δισεκατομμυρίων», μέσω της χρήσης κονδυλίων από την προγραμματική περίοδο 2014-20 που δεν θα απορροφηθούν και των εσόδων από πρόστιμα σε υποθέσεις ανταγωνισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο υψηλόβαθμο Ευρωπαίο διπλωμάτη, δεν υπάρχει η δυνατότητα να ανοίξει εκ νέου για επαναδιαπραγμάτευση η συμφωνία της 21ης Ιουλίου, π.χ. με την εξαίρεση των πληρωμών επιτοκίων για τα ομόλογα του Ταμείου Ανάκαμψης από το συνολικό ύψος των 750 δισ. ευρώ. Κανείς στις Βρυξέλλες δεν θέλει η διαπραγμάτευση να επιστρέψει στο επίπεδο των ηγετών.

Ανοίγει η συζήτηση για ριζικές αλλαγές στο Σύμφωνο Σταθερότητας

Ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Π. Τζεντιλόνι δήλωσε πρόσφατα ότι στο νέο δημοσιονομικό καθεστώς πρέπει να επανεξεταστεί ο ρόλος του κανόνα για το δημόσιο χρέος που θέτει όριο στο 60% του ΑΕΠ. (Φωτ. A.P.)

Ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση πασχίζει να κλείσει την υπόθεση του προϋπολογισμού και του Ταμείου Ανάκαμψης, έχουν ξεκινήσει οι σκιαμαχίες σχετικά με την επόμενη μέρα. Επί του παρόντος, υπάρχει συναίνεση μεταξύ των κρατών-μελών ότι η γενική ρήτρα διαφυγής, που αναστέλλει την εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, θα ισχύσει και για το 2021. Στις αρχές Φεβρουαρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωνε ότι ξεκινούσε μια ευρεία δημόσια διαβούλευση για τους δημοσιονομικούς κανόνες στην Ε.Ε. και πώς μπορούν να βελτιωθούν. Ο δημόσιος διάλογος είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει καθ’ όλη τη διάρκεια του 2020 – αλλά γρήγορα «πάγωσε» λόγω της κρίσης του κορωνοϊού.

Αναθεώρηση κανόνων

Την περασμένη εβδομάδα, το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο δημοσίευσε την ετήσια έκθεσή του, στην οποία, μεταξύ άλλων, καλεί τα εμπλεκόμενα μέρη να ξαναπιάσουν το νήμα της αναθεώρησης των κανόνων πριν έλθει η ώρα επανενεργοποίησης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Οπως αναφέρεται στην έκθεση, «θα ήταν αντιπαραγωγικό να προσπαθήσουμε να επανεισαγάγουμε τους υφιστάμενους κανόνες σε σημαντικό βαθμό απαράλλακτους όταν η γενική ρήτρα διαφυγής απενεργοποιηθεί. Η τρέχουσα κατάσταση παρέχει μια μείζονα ευκαιρία για να αντιμετωπιστούν οι παλαιές αδυναμίες του ΣΣΑ. Το ζήτημα του τι θα ενεργοποιηθεί μοιάζει εξίσου σημαντικό με τη χρονική στιγμή της απόφασης». 

Το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (που αποτελεί ανεξάρτητο συμβουλευτικό σώμα) σημειώνει επίσης ότι η ξαφνική και ραγδαία επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών στην Ε.Ε. εξαιτίας της κρίσης της κορωνοϊού γεννά «θεμελιώδη ερωτήματα» για την επάρκεια του ΣΣΑ.

Σημαντικές φωνές στο ευρωπαϊκό στερέωμα έχουν ήδη αρχίσει να τοποθετούνται υπέρ της ανάγκης για ένα ανανεωμένο σύμφωνο, προσαρμοσμένο στη μετά πανδημία εποχή. Ο κ. Τζεντιλόνι, για παράδειγμα, δήλωσε πρόσφατα ότι στο νέο δημοσιονομικό καθεστώς πρέπει να επανεξεταστεί ο ρόλος του κανόνα για το δημόσιο χρέος (το όριο του 60% του ΑΕΠ) και να αναζητηθούν τρόποι να τονωθούν οι δημόσιες επενδύσεις. Ο Κλεμόν Μπον, υφυπουργός Ευρώπης της Γαλλίας και μέχρι πρότινος βασικός σύμβουλος του Εμανουέλ Μακρόν για ευρωπαϊκά θέματα, σε ομιλία του τον περασμένο μήνα είπε ότι είναι «αδιανόητο» το ΣΣΑ να εφαρμοστεί ξανά στην παρούσα μορφή του. «Θα έχουμε ακόμα περισσότερο χρέος», σε έναν κόσμο «πολύ διαφορετικό από αυτόν που γνωρίζαμε πριν από μερικά χρόνια ανά την Ευρώπη», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Οσον αφορά πάντως τους κανόνες όπως θα εφαρμοστούν στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, κοινοτικές πηγές αναφέρουν ότι τα δάνεια, βάσει του κανονισμού του RRF, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για δαπάνες του κράτους, όχι π.χ. για δανειοδότηση επιχειρήσεων. Αυτό συνεπάγεται ότι προστίθενται κανονικά στο έλλειμμα και στο χρέος.

Η ΕΚΤ δρομολογεί αύξηση του προγράμματος αγοράς ομολόγων 

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σταθμίζοντας τη ζημία που έχει ήδη υποστεί η οικονομία, δρα με μεγαλύτερη ταχύτητα σε σχέση με τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Καθώς για ακόμη μία φορά οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης και η κοινοτική γραφειοκρατία δυσκολεύονται να συντονιστούν και να αποφασίσουν, παρά τη ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων, όλοι στρέφουν το βλέμμα τους στον μόνο ευρωπαϊκό θεσμό που έχει αποδείξει ότι μπορεί να λάβει γρήγορα γενναίες αποφάσεις.

Οπως προκύπτει από έρευνα του Bloomberg από τις 16 έως τις 22 Οκτωβρίου, η πλειονότητα των οικονομολόγων εκτιμά πως η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε νέα μέτρα στήριξης της οικονομίας και μάλιστα εντός του έτους, καθώς τα lockdows δείχνουν αναπόφευκτα. Συγκεκριμένα, «βλέπουν» ότι τουλάχιστον 500 δισ. ευρώ θα προστεθούν στο ήδη ιλιγγιώδες πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ύψους 1,35 τρισ. ευρώ, το οποίο αποφάσισε να υιοθετήσει η ΕΚΤ τον Μάρτιο εν μέσω του πρώτου κύματος της πανδημίας. Οι περισσότεροι εκτιμούν μάλιστα πως η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης θα προχωρήσει στη νέα αποφασιστική κίνηση τον Δεκέμβριο. Οπως δήλωσαν οι περισσότεροι στη σχετική δημοσκόπηση, προβλέπουν πως το διοικητικό συμβούλιο θα διατηρήσει αμετάβλητη την πολιτική του στη συνεδρίαση της Πέμπτης, όταν θα εξετάσει το μέγεθος της ζημίας που έχει ήδη υποστεί η οικονομία της Ευρωζώνης. Δεν είναι λίγοι, πάντως, όσοι προεξοφλούν πως η πρόεδρος της τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, θα αποκαλύψει ότι δρομολογεί ήδη νέα μέτρα για τη στήριξη της οικονομίας.

Δεδομένου ότι σε πολλές περιοχές της Ευρώπης επανέρχονται οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί σε μετακινήσεις, σε ταξίδια, στα μπαρ και στα εστιατόρια, ενώ οι κυβερνήσεις προχωρούν σε απαγόρευση κυκλοφορίας για να αναχαιτίσουν την περαιτέρω μετάδοση της πανδημίας, η οικονομία της Ευρωζώνης παρουσιάζει ήδη τα πρώτα σημάδια στασιμότητας. Βρίσκεται, έτσι, και πάλι ενώπιόν της το φάσμα της διπλής ύφεσης. Σχολιάζοντας το δεύτερο κύμα της πανδημίας, που ουσιαστικά άρχισε να κλιμακώνεται ενώ σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης δεν είχε ακόμη λήξει το καλοκαίρι, η κ. Λαγκάρντ δήλωσε προ τριών ημερών ότι «έρχεται πιο γρήγορα, και υπό αυτήν την έννοια μας εκπλήσσει, γι’ αυτό και δεν είναι καλός οιωνός».

Οπως υπογραμμίζουν, πάντως, αναλυτές του Bloomberg, η ΕΚΤ δεν έχει λόγο να σπεύσει. Τα κονδύλια από το πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης δεν έχουν ακόμη δαπανηθεί, ενώ οι αναθεωρημένες εκτιμήσεις για την κατάσταση της οικονομίας δεν πρόκειται να είναι διαθέσιμες πριν από τον Δεκέμβριο. Ο λόγος, για τις πρώτες εκτιμήσεις για το οικονομικό έτος 2021, που ενδεχομένως θα καθορίσουν και πόση στήριξη θα χρειαστεί επιπλέον η ευρωπαϊκή οικονομία. Επίσης, η πλειονότητα των οικονομολόγων εκτιμά πως θα πάρει παράταση το πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης κατά έξι μήνες, μέχρι δηλαδή το τέλος του 2021. Και μόνον το 1/4 των οικονομολόγων εκτιμά πως θα ενισχυθεί το παλαιότερο και σαφώς λιγότερο επιθετικό πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Οπως τονίζουν αναλυτές του Bloomberg, αν επαληθευθεί η εκτίμηση για μια αύξηση του προγράμματος έκτακτης ανάγκης κατά 500 δισ. ευρώ, θα αποτελεί ένδειξη του πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση, καθώς θα υπερδιπλασίαζε τελικά το αρχικό μέγεθος του προγράμματος όπως ήταν όταν ανακοινώθηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο.