ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ράλι των ελληνικών ομολόγων μετά την αναβάθμιση από τη Moody’s

Η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με τις θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας λόγω και της ενίσχυσης από το Ταμείο Ανάκαμψης, αποτέλεσε τον βασικό λόγο που οδήγησε στην αναβάθμιση από τον διεθνή οίκο.

Σε ένα έτος που οι αρνητικές ετυμηγορίες των τεσσάρων οίκων αξιολόγησης –Moody’s, S&P, Fitch, DBRS– για όλες τις χώρες διεθνώς έχουν κυριαρχήσει, μετά την κίνηση-έκπληξη της Moody’s την Παρασκευή η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα μεταξύ των 11 μεγαλύτερων οικονομιών στην Ευρωζώνη (EU11) που είδε εν μέσω κρίσης της πανδημίας αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης και η δεύτερη στο σύνολο της Ευρωζώνης (μετά τη Σλοβενία τον Οκτώβριο). Αυτό από μόνο του αποτελεί ένα ισχυρό σήμα για την ελληνική οικονομία, όπως σχολιάζουν οι αναλυτές, ισχυροποιώντας το ράλι των ελληνικών ομολόγων που χθες κατέγραψαν νέα ρεκόρ, με την Ελλάδα να μην έχει χάσει την τροχιά αναβάθμισης στην οποία βρισκόταν προ πανδημίας. 

Οι δύο καταλύτες

Υπερβαίνοντας όλες τις προβλέψεις, ακόμα και τις πιο αισιόδοξες, η Moody’s αναβάθμισε την Ελλάδα σε Ba3, με σταθερές προοπτικές, από B1, και τρία σκαλοπάτια κάτω από την επενδυτική βαθμίδα, ευθυγραμμίζοντας τη βαθμολογία της με αυτή της S&P. H Moody’s διατηρούσε εδώ και καιρό την πιο «αυστηρή» αξιολόγηση για τη χώρα μας μεταξύ των τεσσάρων οίκων, ενώ δεν είχε προχωρήσει σε καμία κίνηση από τον Μάρτιο του 2019. Σύμφωνα με τον οίκο, οι δύο καταλύτες-κλειδιά που οδήγησαν σε αυτή την αναβάθμιση ήταν: 1) η στήριξη από τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις οι οποίες έχουν οδηγήσει σε βιώσιμη βελτίωση της ισχύος των θεσμών και 2) το γεγονός ότι οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια είναι θετικές, καθώς η ελληνική οικονομία θα ωφεληθεί από τις συνεχείς προσπάθειες για βελτίωση του επενδυτικού κλίματος σε συνδυασμό με τις εισροές των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η αγορά ομολόγων έδωσε ισχυρή απάντηση σε αυτή την κίνηση της Moody’s, με την απόδοση του 10ετούς ομολόγου να βυθίζεται κατά 9,7% και σε νέα ιστορικά χαμηλά, στο 0,74%, και το spread να διαμορφώνεται στις 138 μονάδες βάσης, πριν οι αγορές ομολόγων δεχθούν ελαφρά πίεση λόγω της είδησης σχετικά με το εμβόλιο της Pfizer, που έστρεψε τους επενδυτές προς τις μετοχές. Παράλληλα, νέα ιστορικά χαμηλά κατέγραψαν και οι αποδόσεις όλων των ελληνικών ομολόγων, με το 5ετές να αγγίζει τα μηδενικά επίπεδα (0,02%), ενώ στα αρνητικά συνέχισαν να κινούνται οι αποδόσεις στα 2ετή και 3ετή ελληνικά ομόλογα (στο -0,06% και -0,04%, αντίστοιχα).

Οπως σημειώνει η Danske Bank, οι καλές επιδόσεις των ελληνικών ομολόγων θα συνεχιστούν, καθώς, λόγω και της στήριξης από την ΕΚΤ, ήδη διαπραγματεύονται σαν να έχουν επενδυτική βαθμίδα. Η κίνηση της Moody’s ήταν σίγουρα μια μεγάλη έκπληξη, σημειώνει στην «Κ» ο Τζενς Πίτερ Σόρενσεν, επικεφαλής αναλυτής της Danske Bank, και αυτό αντανακλάται στην πιο επίπεδη κλίση που έχει πλέον η ελληνική καμπύλη και στη συρρίκνωση των spreads. Κατά την άποψή του, μάλιστα, οι επενδυτές δεν έχουν αποτιμήσει ακόμη το πόσο υψηλά ταμειακά διαθέσιμα έχει η ελληνική κυβέρνηση, τα οποία, σε συνδυασμό με τις επιχορηγήσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης, αναμένεται να στηρίξουν σημαντικά την ελληνική οικονομία.

Αρνητικές αποδόσεις

Οι ιστορικά χαμηλές και ακόμα και αρνητικές αποδόσεις που βλέπουμε στα ελληνικά ομόλογα είναι απολύτως λογικές, σχολιάζει από την πλευρά του στην «Κ» ο Αντουάν Μπουβέ, στρατηγικός αναλυτής της αγοράς ομολόγων της ING. Δεδομένου ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να επωφελείται από τις αγορές της ΕΚΤ, οι ελληνικές αποδόσεις μπορούν να συνεχίσουν να μειώνονται, τονίζει. Η αναβάθμιση από τη Moody’s συνοδεύθηκε με επαίνους για τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της Ελλάδας και με θετικές προβλέψεις για την ανάπτυξη, κάτι που είναι πολύ ενθαρρυντικό, ωστόσο το όλο και χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης και η στήριξη της Ε.Ε. έπαιξαν επίσης ρόλο στην απόφαση κατά τη γνώμη του κ. Μπουβέ.

O κύριος λόγος για τον οποίο η κίνηση της Moody’s ήταν έκπληξη είναι ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας είδαμε κατά κύριο λόγο αρνητικές αξιολογήσεις για τις χώρες της Ευρωζώνης από τους οίκους αξιολόγησης, όπως σημειώνει στην «Κ» ο επικεφαλής ανάλυσης της αγοράς σταθερού εισοδήματος της Deutsche Bank, Ιωάννης Σώκος. Η μόνη εξαίρεση ήταν η αναβάθμιση της Σλοβενίας (Moody’s) και η βελτίωση των προοπτικών της Ιταλίας σε σταθερές (S&P). Συνεπώς, αυτή είναι μόλις η δεύτερη αναβάθμιση χώρας της Ευρωζώνης κατά τη διάρκεια της πανδημίας. 

Διαβάζοντας την έκθεση της Moody’s είναι προφανές ότι η ισχυρή υποστήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης είναι ένας από τους κύριους λόγους, ωστόσο η Moody’s ανέφερε επίσης μερικούς πιο συγκεκριμένους για την Ελλάδα παράγοντες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφασή της, όπως, για παράδειγμα, η βελτίωση της θεσμικής ισχύος και οι συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις, καθώς και η πολύ ευνοϊκή δομή του χρέους.

Ωστόσο, κατά τον κ. Σώκο, αυτή η αναβάθμιση μπορεί να χαρακτηριστεί και αναβάθμιση «προσαρμογής» (catch-up), καθώς η Moody’s είχε εδώ και καιρό το χαμηλότερο ratting για την Ελλάδα σε σχέση με άλλους οίκους.

Δεδομένου του όγκου των δράσεων αρνητικής αξιολόγησης κατά τη διάρκεια της COVID-19, αυτή η αναβάθμιση υποδηλώνει ότι ήταν στοχευμένη, όπως επισημαίνει ο κ. Σώκος, και ότι κατά κάποιον τρόπο η κατάσταση στην Ελλάδα έχει δυσανάλογη βοήθεια έναντι άλλων χωρών, από τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις και την ισχυρή στήριξη της Ε.Ε. 
Θετικές προοπτικές

Τα «καλά νέα» είναι ότι η Ελλάδα παραμένει σε τροχιά αναβάθμισης της αξιολόγησής της παρά την κρίση. Ο κίνδυνος είναι ότι η κρίση της COVID-19 ενδέχεται να καθυστερήσει την πορεία προς την επενδυτική βαθμίδα, καθώς είδαμε τόσο τη Fitch όσο και την S&P να μειώνουν τις προοπτικές της Ελλάδας από θετικές σε σταθερές. Το γεγονός ότι τα ελληνικά ομόλογα, πάντως, είναι επιλέξιμα στο PEPP εξουδετερώνει τη ζημία τού να μην έχει η Ελλάδα βαθμολογία investment grade σε αυτό το στάδιο, αλλά αν η ΕΚΤ μεταβεί από το PEPP στο «κλασικό» QE (APP) στη συνέχεια, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει πρόβλημα. «Αυτό που μένει να δούμε είναι ποια θα είναι η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας όταν το PEPP δεν θα είναι πλέον σε ισχύ και η APP γίνει το κύριο μέσο πολιτικής της ΕΚΤ», προσθέτει ο κ. Σώκος.