ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ποιοι και πόσα θα πληρώσουν για να κλείσει το έλλειμμα στις ΑΠΕ

Σύμφωνα με έκθεση της Axia Research, οι προτάσεις του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας αντιμετωπίζουν τον βραχυπρόθεσμο αντίκτυπο της πανδημίας με τον λιγότερο οδυνηρό τρόπο για τους συμμετέχοντες στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και, το πιο σημαντικό, ενισχύουν περαιτέρω τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της αγοράς.

Τον αντίκτυπο των μέτρων που ανακοίνωσε το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την αντιμετώπιση του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ, γνωστού ως ΕΛΑΠΕ, λόγω πανδημίας, εξετάζει η Axia Research σε νέα έκθεσή της. Οπως επισημαίνει, οι καταναλωτές θα έχουν άμεσες αλλά και έμμεσες επιπτώσεις, ενώ σε ό,τι αφορά τον οικονομικό αντίκτυπο στους τέσσερις μεγάλους παίκτες της αγοράς –την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, την «Ελλάκτωρ» (Ανεμος), τη ΔΕΗ και τη «Μυτιληναίος»–, υπολογίζεται περίπου στα 87 εκατ. ευρώ συνολικά.

Τα βασικά θέματα των μέτρων του υπουργείου, σύμφωνα με την Axia, είναι: i) εφάπαξ πρωτοβουλίες που θα αποφέρουν συνολικά 600 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2020-21 για την αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων επιπτώσεων της χαμηλότερης ζήτησης λόγω της πανδημίας, ii) μέτρα επαναλαμβανόμενης φύσης που θα αποφέρουν 250-500 εκατ. ευρώ, ανάλογα με τις πιθανές ανάγκες, και iii) μεταρρυθμίσεις για την προσθήκη νέας χωρητικότητας ΑΠΕ.

Κατά την Axia, οι προτάσεις του υπουργείου αντιμετωπίζουν τον βραχυπρόθεσμο αντίκτυπο της πανδημίας με τον λιγότερο οδυνηρό τρόπο για τους συμμετέχοντες στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και, το πιο σημαντικό, ενισχύουν περαιτέρω τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της αγοράς.

Σε ό,τι αφορά την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Axia, θα πρέπει να καταβάλει έκτακτη εισφορά για το 2020 ύψους 6% των εσόδων της για τα έργα προ 2016. Εκτιμάται πως τα έσοδα αυτά ανέρχονται σε 90 εκατ. ευρώ για το 2020. Σε αυτό το πλαίσιο αναμένεται αντίκτυπος ύψους 5,5 εκατ. ευρώ για το 2020 (2,5% του EBITDA και 8,0% των κερδών ανά μετοχή.

Η «Ελλάκτωρ», όπως και η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, είχε έσοδα 42 εκατ. ευρώ από έργα πριν από το 2016 που αφορούν τις δραστηριότητες που σχετίζονται με το αιολικό πάρκο, και έτσι ο αντίκτυπος εκτιμάται στα 2,5 εκατ. ευρώ για το 2020 (4,0% του EBITDA του κλάδου αιολικής ενέργειας ή περίπου 2,0% του ομίλου).

Η ΔΕΗ ως προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να καταβάλει εφάπαξ εισφορά 2,0 ευρώ /MWh στις πωλήσεις του 2021 (περίπου 2,0% των εσόδων). Δεδομένου ότι η ΔΕΗ είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής στην αγορά, η Axia εκτιμά ότι θα πρέπει να αναλάβει εφάπαξ χρέωση 60-70 εκατ. ευρώ για το 2021. Αυτό είναι ίσο με το 6%-7% του εκτιμώμενου EBITDA του 2021 και 30% των κερδών ανά μετοχή.

Σημειώνεται πάντως ότι η ΔΕΗ αναμένει τις τελικές αποφάσεις της Ε.Ε. σχετικά με την αποζημίωση που επιδιώκει για την πρόωρη παύση λειτουργίας των μονάδων λιγνίτη, κάτι που θα ενισχύσει το EBITDA του 2021-23 κατά 15%-20%, ενώ από το 2021 και μετά αναμένεται να εξοικονομεί 60-70 εκατ. ευρώ ετησίως από την κατάργηση της επιδότησης των ΑΠΕ.

Σε ό,τι αφορά τη «Μυτιληναίος», υποθέτοντας ότι δεν θα αποφασίσει να μεταφέρει το κόστος στους τελικούς πελάτες της, εκτιμάται ότι θα αντιμετωπίσει μια εφάπαξ επίπτωση ύψους 9 εκατ. ευρώ για το 2021 (ίση με 2,5% του EBITDA του ομίλου και 6% των κερδών ανά μετοχή). Ο αντίκτυπος στον τομέα των ΑΠΕ είναι ασήμαντος (περίπου 0,5 εκατ. ευρώ) δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της χωρητικότητάς του τέθηκε σε λειτουργία μετά το 2016. 

Τέλος, όσον αφορά τους τελικούς καταναλωτές, παρόλο που τα μέτρα, όπως αναμενόταν, δεν περιλαμβάνουν κάποιο άμεσο αντίκτυπο (δηλαδή αύξηση του ειδικού τέλους ΕΤΜΕΑΡ), υπάρχουν δύο σημεία που θα είχαν άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στην τσέπη τους, σημειώνει η Axia. Κάποιοι καταναλωτές θα έχουν άμεσο αντίκτυπο από την καθιέρωση του φόρου στα αυτοκίνητα ντίζελ. Το εφαρμοστέο τέλος είναι 2%-3% της λιανικής τιμής ντίζελ. Σε ό,τι αφορά τον έμμεσο αντίκτυπο, οι καταναλωτές θα μπορούσαν να επηρεαστούν από τον μηχανισμό ισόποσης αυξομείωσης μεταξύ υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και του τέλους των ΑΠΕ (ΕΤΜΕΑΡ). Οι ανάγκες για ΥΚΩ αναμένεται να μειωθούν σημαντικά τα επόμενα χρόνια μετά τις διασυνδέσεις των νησιών (ιδίως της Κρήτης μετά το 2023), που ωφελούν ουσιαστικά τους καταναλωτές, αλλά μετά τα προτεινόμενα μέτρα το πραγματικό όφελος θα είναι χαμηλότερο.