ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Παράθυρο» για περαιτέρω φοροελαφρύνσεις 900 εκατ. ευρώ

Δημοσιονομικός χώρος από το χαμήλωμα του πήχυ για το πρωτογενές πλεόνασμα

parathyro-gia-peraitero-foroelafrynseis-900-ekat-eyro-561397864

Το πρώτο φως για περαιτέρω φοροελαφρύνσεις θα ανάβει το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2022-2025, που ετοιμάζεται να καταθέσει στη Βουλή το υπουργείο Οικονομικών, πιθανώς την ερχόμενη εβδομάδα.

Το φως θα είναι πάντως σχετικά αχνό καθώς οι ανάγκες συγκράτησης του χρέους σε βιώσιμα επίπεδα, μετά την εκτίναξη της πανδημίας, δεν θα αφήνουν πολλά περιθώρια για μεγάλη «γενναιοδωρία».

Σύμφωνα με πληροφορίες, την προοπτική κάποιων νέων ελαφρύνσεων θα δίνει το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα που θα προβλέπεται ιδίως το 2024-2025, δημιουργώντας δημοσιονομικό χώρο, εφόσον ο στόχος καθοριστεί σε χαμηλότερα επίπεδα, πράγμα που είναι βέβαιο. Οι πρώτες εκτιμήσεις στο υπουργείο Οικονομικών μιλούν για ένα περιθώριο της τάξης του 1,3% του ΑΕΠ, το 2025, από το οποίο όμως θα καλυφθεί και η μονιμοποίηση των σημερινών, προσωρινών ελαφρύνσεων, της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών και της εισφοράς αλληλεγγύης. 

Ετσι, το επιπλέον περιθώριο θα είναι περίπου 0,5% του ΑΕΠ, εκτιμούν στο υπουργείο Οικονομικών, δηλαδή κάπου 900 εκατ. ευρώ, με το σημερινό ΑΕΠ.

Πώς προκύπτει αυτός ο δημοσιονομικός χώρος; Το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, που πρόκειται να ψηφιστεί από τη Βουλή, θα προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα από το 2023 της τάξης του 2% του ΑΕΠ, που θα αυξάνεται κοντά στο 3% του ΑΕΠ το 2024 και περίπου στο 3,5% του ΑΕΠ το 2025. Αυτό προκύπτει αυτόματα, με βάση τον προβλεπόμενο ρυθμό ανάπτυξης και προϋποθέτοντας ότι δεν θα ληφθούν νέα μέτρα πολιτικής. Την ίδια ώρα, ο στόχος που θα πρέπει να επιτύχει η κυβέρνηση δεν θα είναι πλέον 3,5% του ΑΕΠ, όπως προέβλεπε το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, αλλά χαμηλότερος. Δεν ξέρουμε ακόμη πόσο, αλλά στο υπουργείο Οικονομικών υπολογίζουν ότι θα είναι της τάξης του 2%-2,2% του ΑΕΠ. Στην παραδοχή για πρωτογενή πλεονάσματα 2,2% του ΑΕΠ βασίζεται, εξάλλου, η Κομισιόν για την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, στο πλαίσιο της πρόσφατης 10ης μεταμνημονιακής αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας.

Οπως εξηγούν στο υπουργείο Οικονομικών, φεύγοντας η Ελλάδα από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας –κάτι που θεωρείται τετελεσμένο, αφού το καθεστώς αυτό λήγει το 2022 και εν τω μεταξύ έχουν ανασταλεί οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας– θα ακολουθεί πλέον τους κανόνες του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Με βάση αυτούς, θα πρέπει να επιτυγχάνει τον λεγόμενο μεσοπρόθεσμο στόχο (medium term objective) που προκύπτει βάσει του ρυθμού ανάπτυξής της, του παραγωγικού κενού της και του χρέους της. Με τα σημερινά δεδομένα, ο μεσοπρόθεσμος στόχος είναι το 2,2% του ΑΕΠ περίπου. Ετσι, δημιουργείται ο δημοσιονομικός χώρος 1,3% του ΑΕΠ μεταξύ του μεσοπρόθεσμου στόχου 2,2% του ΑΕΠ και του προβλεπόμενου το 2025 πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ. 

Οι νέοι κανόνες

Ολα αυτά, βεβαίως, μπορεί να αλλάξουν ανάλογα με την έκβαση της διαπραγμάτευσης για τους νέους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας, που θα διεξαχθεί τους προσεχείς μήνες. Στο τραπέζι αναμένεται να βρεθούν το ύψος αναφοράς του δημοσίου χρέους (σήμερα 60% του ΑΕΠ), ο ρυθμός μείωσής του (σήμερα πρέπει να μειώνεται κάθε χρόνο κατά το 1/20ό της διαφοράς από την τιμή αναφοράς) και η πιθανή εξαίρεση δαπανών (π.χ. επενδυτικών), προκειμένου να τονωθεί η ανάπτυξη.

Πάντως, οι αναλυτές επισημαίνουν πως όποια κι αν είναι η έκβαση της διαπραγμάτευσης, δεν θα αρθεί η ανάγκη να μειωθούν τα χρέη, ιδίως των υπερχρεωμένων κρατών, κάτι που τοποθετεί την Ελλάδα στην πρώτη γραμμή των υποψήφιων για επιστροφή στη δημοσιονομική πειθαρχία. Αυτό άλλωστε δεν το αρνείται ούτε η κυβέρνηση, καθώς δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι εκτός από το Σύμφωνο Σταθερότητας υπάρχουν και οι αγορές που θα τιμωρήσουν όσους δεν πειθαρχήσουν.

Το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα βαδίζει στα χνάρια του Προγράμματος Σταθερότητας που κατέθεσε η κυβέρνηση στις 30 Απριλίου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά επεκτείνεται κατά έναν επιπλέον χρόνο, έως το 2025. 

Ο παράγοντας που θα κρίνει πολλά θα είναι ο ρυθμός ανάπτυξης, καθώς το υψηλότερο ΑΕΠ αυξάνει τον παρονομαστή σε έλλειμμα και χρέος (που υπολογίζονται ως ποσοστό του ΑΕΠ) μειώνοντας αντίστοιχα το μέγεθος της απαιτούμενης δημοσιονομικής προσπάθειας. Η κυβέρνηση βασίζεται προς το παρόν σε μια συντηρητική πρόβλεψη για ρυθμό 3,6% φέτος και στη συνέχεια προβλέπει ανάπτυξη 6,2% το 2022, 4,1% το 2023 και 4,4% το 2024, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σταθερότητας. Το οικονομικό επιτελείο αναγνωρίζει ότι για φέτος η πρόβλεψη μάλλον θα χρειαστεί αναθεώρηση προς τα πάνω, αλλά προς το παρόν δεν έχει αποφασίσει να την κάνει. Μάλιστα, πληροφορίες αναφέρουν ότι στα υψηλά κλιμάκια του υπουργείου Οικονομικών προβλέπουν πλέον έναν ρυθμό 4,8%. Σημειώνεται ότι η Εθνική Τράπεζα προέβλεψε την Παρασκευή ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι 5,7%, προχωρώντας σε σημαντική αναθεώρηση προς τα πάνω, μετά τα αποτελέσματα του ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου.

Το Ταμείο Ανάκαμψης

Για την πορεία του ΑΕΠ κρίσιμο θα είναι φυσικά το Ταμείο Ανάκαμψης. Χάρη σε αυτό το Μεσοπρόθεσμο θα προβλέπει αύξηση επενδύσεων κατά 30% το 2022 και κατά πάνω από 10% τα επόμενα χρόνια. Το ελληνικό πρόγραμμα ανάκαμψης αναμένεται να εγκριθεί από την Κομισιόν την προσεχή Τετάρτη για να οδεύσει στη συνέχεια για το οριστικό πράσινο φως από το ECOFIN. Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται και η επίσκεψη της προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην Αθήνα, την Πέμπτη.