ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αύξηση δανείων με «οδηγό» το Ταμείο Ανάκαμψης

Οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται κοντά στο σημείο καμπής για την αύξηση των χορηγήσεων, εκτιμά η Morgan Stanley

Αύξηση δανείων με «οδηγό» το Ταμείο Ανάκαμψης

Τέλος στον μακρύ κύκλο των αυξήσεων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών βλέπει η Morgan Stanley και την αρχή ενός νέου «κεφαλαίου», αυτού της αύξησης των δανείων, με «οδηγό» το Ταμείο Ανάκαμψης. Οπως επισημαίνει, η πρόοδος στις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων θα συνεχιστεί με τη στήριξη του σχεδίου «Ηρακλής», εκτιμώντας πως οι δείκτες NPEs για όλες τις ελληνικές τράπεζες θα υποχωρήσουν κοντά στο 6% έως τα τέλη του 2024. Ο κλάδος προσφέρει συνεπώς ένα σημαντικό επενδυτικό αφήγημα για την ανάκαμψη της οικονομίας, όπως τονίζει, ωστόσο προειδοποιεί πως αυτό έρχεται και με σημαντικούς κινδύνους εκτέλεσης.

Πιο αναλυτικά, η Morgan Stanley υπογραμμίζει πως έπειτα από μια δεκαετία απομόχλευσης, οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται κοντά στο σημείο καμπής για την αύξηση των χορηγήσεων δανείων, με «οδηγό» τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Αν και εκτιμά πως η αύξηση δανείων θα είναι αρκετά μικρότερη από αυτήν που προβλέπουν οι διοικήσεις των συστημικών τραπεζών για το διάστημα 2020-2024, και θα κινηθεί στο 5,5% ετησίως σε μέσο όρο ή στα 6,5-8,5 δισ. ευρώ, καθώς αναμένει απτά στοιχεία εκτέλεσης στα επόμενα τρίμηνα, ωστόσο σημειώνει ότι υπάρχει ισχυρή δυνατότητα ανοδικής έκπληξης.

Παράλληλα, με βάση τις εκτιμήσεις της Morgan Stanley, δεν προκύπτουν κεφαλαιακές ελλείψεις για τις τράπεζες έως το 2024, αν και, όπως επισημαίνει, η Πειραιώς έχει τα χαμηλότερα «μαξιλάρια» κεφαλαίου. «Μετά την εκκαθάριση των ισολογισμών και τις πρόσφατες αυξήσεις κεφαλαίου, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζονται καλά κεφαλαιοποιημένες και ο κλάδος βρίσκεται κοντά στο τέλος της αποκατάστασης των ισολογισμών», σημειώνει χαρακτηριστικά. Πάντως, υπογραμμίζει πως ενώ οι δείκτες κεφαλαίου φαίνονται ισχυροί, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αναβαλλόμενη φορολογία (DTC) αποτελεί πάνω από το 70% του κεφαλαίου CET-1, και μολονότι η ισχύουσα νομοθεσία το επιτρέπει ως μορφή βασικού κεφαλαίου, ωστόσο επιδεινώνει την ποιότητα του κεφαλαίου.

Οι κίνδυνοι

Οι παραπάνω θετικές προοπτικές συνοδεύονται και με πιθανούς κινδύνους, όπως επισημαίνει η Morgan Stanley. Ενας βασικός είναι το τέλος της στήριξης της ΕΚΤ. Το 2020 η κεντρική τράπεζα ήρε τους περιορισμούς στα ελληνικά ομόλογα, συμπεριλαμβάνοντάς τα στο PEPP και δίνοντας το αναγκαίο waiver έτσι ώστε οι ελληνικές τράπεζες να μπορούν να τα χρησιμοποιούν ως εγγυήσεις για τις πράξεις του ευρωσυστήματος. Αυτό στήριξε την ενίσχυση της χρηματοδότησης της ΕΚΤ και μείωσε τα χρηματοδοτικά κόστη για τις τράπεζες μέσω του προγράμματος TLTRO III (-100 μονάδες βάσης). Η Morgan Stanley εκτιμά, πάντως, πως η ΕΚΤ θα θέλει να αποφύγει την όποια αναταραχή και έτσι να παρατείνει το waiver το οποίο λήγει τον Ιούνιο του 2022.

Ενας δεύτερος σημαντικός κίνδυνος έρχεται από τη σχέση τραπεζών – Δημοσίου. Η μείωση των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων από το 2020 έχει προσφέρει κέρδη στις τράπεζες. Δεδομένου ότι τα κρατικά ομόλογα αντιπροσωπεύουν το 7% του συνολικού ενεργητικού του κλάδου, μία σημαντική αύξηση των αποδόσεων θα «χτυπήσει» τις τράπεζες. Επιπλέον, η έκθεση των ελληνικών τραπεζών στο Δημόσιο προέρχεται και από τα DTCs, καθώς και από τις κρατικές εγγυήσεις που σχετίζονται με τον «Ηρακλή».

Τέλος, το τοπίο σχετικά με τα NPEs της πανδημίας δεν έχει ξεκαθαρίσει. Με το 20%-30% των δανείων υπό μορατόρια που έχουν λήξει να είναι υπό το πλαίσιο κρατικών σχεδίων στήριξης (Γέφυρα Ι και ΙΙ και μέτρα στήριξης τραπεζών), η Morgan Stanley τονίζει πως παρακολουθεί την εξέλιξη των NPEs μόλις λήξουν αυτά τα προγράμματα. 

Επιπλέον, οι απώλειες από τον καθαρισμό των NPEs μπορεί να «καταναλώσουν» περισσότερα κεφάλαια από ό,τι αναμένεται, ενώ οι στόχοι για την αύξηση δανείων μπορεί να μην επιτευχθούν εάν η απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης είναι πιο αδύναμη.