ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συμμαχία εγχώριων ομίλων για το καύσιμο του μέλλοντος

Πρατήρια υδρογόνου λειτουργούν σε περιορισμένο αριθμό και σε χώρες της Ευρώπης που πρωτοστατούν στην προώθηση του πράσινου υδρογόνου, όπως για παράδειγμα η Γερμανία, όπου έχουν εγκατασταθεί περί τα 15 πρατήρια.

Το υδρογόνο, το καύσιμο του μέλλοντος, το οποίο η Κομισιόν έχει επιστρατεύσει για την επίτευξη των στόχων πλήρους απανθρακοποίησης της ευρωπαϊκής οικονομίας έως το 2050, έχει φέρει κοντά τις μεγαλύτερες βιομηχανικές επιχειρήσεις της χώρας, οι οποίες προετοιμάζονται να διεκδικήσουν από κοινού ένα από τα τέσσερα projects που θα χρηματοδοτηθούν από την Ε.Ε. μεταξύ των οκτώ συνολικά που προωθούνται στο πλαίσιο του προγράμματος Hydrogen Europe. 

Πρόκειται για το White Dragon project, που προβλέπει επενδύσεις ύψους 2,5 δισ. ευρώ σε ηλεκτρολύτες από ενέργεια που θα παράγεται από φωτοβολταϊκά πάρκα ισχύος 1,5 GW, τα οποία θα εγκατασταθούν στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας στο πλαίσιο της απολιγνιτοποίησης. Συντονιστής του έργου είναι η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, ενώ συμμετέχουν η ΔΕΠΑ, ο ΔΕΣΦΑ, τα ΕΛΠΕ, η Motor Oil, η Μytilineos, η ΤΕΡΝΑ, η πολωνική εταιρεία Solaris, αλλά και ερευνητικά ιδρύματα, όπως ο «Δημόκριτος» και το ΕΚΕΤΑ. 

Το παραγόμενο υδρογόνο θα αξιοποιείται ως καύσιμο τηλεθέρμανσης, ως εξαγόμενο καύσιμο μέσω του αγωγού ΤΑΡ και ως καύσιμο για μεταφορές, ειδικά για μεγάλα οχήματα, φορτηγά, απορριμματοφόρα, λεωφορεία κ.λπ. Από τον περασμένο Ιούνιο που η Ε.Ε. ανακοίνωσε τη στρατηγική της για το υδρογόνο, άλλα επτά τέτοια progects προωθούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να υποβάλουν υποψηφιότητα για χρηματοδότηση στο πλαίσιο του Hydrogen Europe.

Ο φάκελος για το ελληνικό έργο προετοιμάζεται για να κατατεθεί μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2021, με τη φιλοδοξία ότι θα είναι ένα από τα τέσσερα έργα που θα επιλεγούν για χρηματοδότηση, από την οποία εξαρτάται και η υλοποίησή τους. Το υψηλό κόστος τεχνολογίας ηλεκτρολυτών καθιστά μη βιώσιμη σήμερα την παραγωγή υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, γι’ αυτό και απαιτούνται αφενός συμπράξεις προκειμένου να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακος και αφετέρου χρηματοδοτικές ενισχύσεις (επιδοτήσεις). 

Η Ε.Ε., στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συμμαχίας για καθαρό υδρογόνο (European Clean Hydrogen Alliance) που εγκαινίασε τον περασμένο Ιούλιο, στοχεύει στη διευκόλυνση επενδύσεων μεγάλης κλίμακας έργων στις τεχνολογίες υδρογόνου και κυψελών καυσίμου με τη δημιουργία του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου και εργαλείων χρηματοδότησης. Στην ευρωπαϊκή αυτή συμμαχία συμμετέχει και η ΔΕΠΑ μέσω του διευθύνοντος συμβούλου της Κωνσταντίνου Ξιφαρά, ο οποίος μάλιστα είναι ένας από τους 18 Co-Chairs της συμμαχίας και ο μοναδικός εκπρόσωπος ελληνικής εταιρείας στον κρίσιμο αυτό φορέα. 

Λίστα

Το ελληνικό White Dragon project, σύμφωνα με πηγές της ΔΕΠΑ, είναι ψηλά στη λίστα των έργων της Κομισιόν, καθώς κυριαρχεί η άποψη να σπάσει το φράγμα των καινοτόμων έργων στη Βόρεια Ευρώπη και να αναδειχθούν καινοτομίες και στην περιοχή του νοτιοανατολικού άκρου.
Η Ε.Ε. στηρίζει στο καθαρό υδρογόνο την απανθρακοποίηση μιας σειράς από τομείς της οικονομίας που εμφανίζουν δυσκολία στον εξηλεκτρισμό τους, όπως η βαριά βιομηχανία, οι οδικές μεταφορές μεγάλων αποστάσεων, οι αερομεταφορές και η ναυτιλία, ενώ προσβλέπει και στην αξιοποίησή του για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Η στρατηγική αυτή προβλέπει επενδύσεις τουλάχιστον 180-470 δισ. ευρώ έως το 2050.
Η απόσταση που έχει να διανύσει η Ευρώπη σε σχέση με τους στόχους που έχει θέσει για την παραγωγή υδρογόνου είναι τεράστια. Διεθνώς σήμερα, μόνο 7-8 εταιρείες παράγουν υδρογόνο από ΑΠΕ και αυτές σε πολύ μικρής κλίμακας έργα της τάξεως των 10-20 MW. Παράγουν 4.000-8.000 κυβικά υδρογόνου την ώρα, όταν ένα διυλιστήριο για να λειτουργήσει χρειάζεται 100.000-120.000 κυβικά υδρογόνου την ώρα. 

Καταναλωτές 

Τα διυλιστήρια είναι σήμερα παγκοσμίως οι μεγαλύτεροι καταναλωτές υδρογόνου, το οποίο παράγουν από φυσικό αέριο σε κόστος 10 φορές χαμηλότερο από το κόστος παραγωγής του από ΑΠΕ. Οπως όλα τα διυλιστήρια της Ευρώπης, έτσι και τα ελληνικά (ΕΛΠΕ και Motor Oil), στο πλαίσιο της υποχρέωσης μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματός τους, εξετάζουν και την παραγωγή πράσινου υδρογόνου, γι’ αυτό και συμμετέχουν στο White Dragon project αλλά και στην ευρωπαϊκή συμμαχία για καθαρό υδρογόνο. 
Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, το γεγονός ότι το μεγαλύτερο εργοστάσιο παραγωγής πράσινου υδρογόνου κατασκευάζεται στην Ολλανδία από τον πετρελαϊκό όμιλο της Shell σε συνεργασία με την ολλανδική εταιρεία φυσικού αερίου Gasunie. To εργοστάσιο προβλέπεται πως έως το 2040 θα παράγει 800.000 τόνους υδρογόνου ετησίως, μειώνοντας κατά 7 μεγατόνους ανά έτος τις εκπομπές των αέριων ρύπων της Ολλανδίας.
Τα ΕΛΠΕ έχουν εντάξει στη στρατηγική τους και την ίδρυση πρατηρίων υδρογόνου. Μάλιστα, τα δύο πρώτα «υδρογονάδικα» αναμένεται να λειτουργήσουν σε ορίζοντα τριετίας και να εγκατασταθούν το ένα στην Αθήνα και το άλλο στην Κοζάνη. Πρατήρια υδρογόνου λειτουργούν σε περιορισμένο αριθμό και σε χώρες της Ευρώπης που πρωτοστατούν στην προώθηση του πράσινου υδρογόνου, όπως η Γερμανία, όπου έχουν εγκατασταθεί περί τα 15 πρατήρια. 

symmachia-egchorion-omilon-gia-to-kaysimo-toy-mellontos0
Η BP και η Orsted συμμαχούν για την κατασκευή ενός ηλεκτρολύτη για την παραγωγή υδρογόνου. 

Διείσδυση

Η Γερμανία μετράει την υψηλότερη διείσδυση υδρογόνου στην οικονομία της σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, με περισσότερες από 70 TWh, πράγμα που αντιπροσωπεύει το 1/5 της ευρωπαϊκής κατανάλωσης. Εξίσου σημαντικοί «παίκτες» στην ευρωπαϊκή αγορά υδρογόνου είναι η Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Νορβηγία. Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία αποτελούν τους εν δυνάμει ηγέτες στην παραγωγή πράσινου υδρογόνου.

Η Ελλάδα μπαίνει με φιλοδοξίες στην «κούρσα» του υδρογόνου. Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κωστής Χατζηδάκης ανακοίνωσε την περασμένη Πέμπτη τη σύσταση εθνικής ομάδας εργασίας για την προώθηση του πράσινου υδρογόνου. Μέχρι το τέλος του έτους αναμένεται και η κατάρτιση του σχετικού θεσμικού πλαισίου, ενώ επενδύσεις στον τομέα θα εντάσσονται κατά προτεραιότητα στο καθεστώς των στρατηγικών επενδύσεων.

Την είσοδο του υδρογόνου στο ενεργειακό μείγμα της χώρας στηρίζει εμπράκτως και ο ΔΕΣΦΑ με την έκφραση πρόθεσης συμμετοχής στο White Dragon project. «Το πράσινο υδρογόνο παράγεται από το νερό μέσα από μια διαδικασία ηλεκτρόλυσης, όπου αποσυντίθεται σε υδρογόνο και οξυγόνο με τη συμβολή της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Μέσω δικτύου αγωγών αυτό μπορεί να μεταφέρεται με οικονομικό τρόπο για χρήση στην ηλεκτροπαραγωγή, στη βιομηχανία, στις μεταφορές και στα νοικοκυριά. Εφόσον η έγχυση υδρογόνου, που παράγεται από ΑΠΕ, ξεκινήσει στα δίκτυα φυσικού αερίου που θα είναι έτοιμα να δεχθούν υδρογόνο (hydrogen ready networks), θα έχουμε ήδη στη διάθεσή μας μια εξαιρετικά βιώσιμη και αποδοτική λύση», αναφέρει στην «Κ» αρμόδιο στέλεχος του ΔΕΣΦΑ. 

Δίκτυο

Εξάλλου, οι Ευρωπαίοι μέτοχοι του ΔΕΣΦΑ συμμετέχουν ενεργά σε αντίστοιχα έργα στις χώρες τους και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα οποία ο ΔΕΣΦΑ παρακολουθεί για να αξιολογήσει ποιες από αυτές τις εφαρμογές θα μπορούσε να υιοθετήσει στην Ελλάδα. Μαζί με ιδρύματα, φορείς αλλά και εξειδικευμένες εταιρείες, ο ΔΕΣΦΑ συμμετέχει ενεργά σε μελέτες και προετοιμάζει το δίκτυο των αγωγών του, ώστε σύντομα να μπορεί να μεταφέρει και υδρογόνο. «Αυτή τη στιγμή σχεδιάζουμε και υλοποιούμε επενδύσεις με μακροπρόθεσμο χαρακτήρα, έχοντας ως στόχο οι υποδομές μας να μπορούν στο μέλλον να υποστηρίξουν και άλλα αέρια, χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος. Σήμερα μεταφέρουμε φυσικό αέριο, αύριο μπορούμε να μεταφέρουμε και κάτι άλλο», αναφέρουν κύκλοι του ΔΕΣΦΑ. 

500.000 θέσεις εργασίας έως το 2025 από επενδύσεις στο υδρογόνο 

Το πράσινο υδρογόνο είναι ένα μεγάλο στοίχημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία, παράλληλα με την αντιμετώπιση της πανδημίας, αυτή τη στιγμή δημιουργεί τα αναγκαία θεμέλια για τη μετάβαση στην οικονομία του μηδενικού ανθρακικού αποτυπώματος. Στόχος της να περιορίσει δραστικά τις εκπομπές ρύπων συνολικά με έμφαση στις δραστηριότητες εκείνες οι οποίες είναι ιδιαίτερα επιβλαβείς για το περιβάλλον, όπως οι μεταφορές, ο χάλυβας, το τσιμέντο και οι χημικές βιομηχανίες. Εξ ου και αποσκοπεί να τοποθετήσει έως και 470 δισ. ευρώ σε υποδομές έως το 2050 για την παραγωγή πράσινου υδρογόνου, του οποίου η καύση δεν θα εκπέμπει τίποτε άλλο παρά καθαρό νερό. 

Προσανατολισμός

Ανάλογο προσανατολισμό έχουν και άλλες μεγάλες οικονομίες, όπως η ιαπωνική, η οποία έως το 2050 δεσμεύεται να εκπέμπει μηδενικούς ρύπους, εξ ου και θα κάνει ολοένα και μεγαλύτερες εισαγωγές υδρογόνου τα επόμενα 30 χρόνια. Η δε Κίνα εφαρμόζει εθνική πολιτική για την περαιτέρω τόνωση της ζήτησης αυτοκινήτων με κυψέλες υδρογόνου, των οποίων την αγορά ήδη επιδοτεί από το 2009. Με τη νέα αυτή πρωτοβουλία υπολογίζεται το 2025 να δεκαπλασιαστούν οι ετήσιες πωλήσεις στα 50.000 αμάξια και να εκτιναχθούν στις 500.000 έως το 2035.

Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Kαινοτομίας και Τεχνολογίας στηρίζει εταιρείες, όπως είναι η EIT InnoEnergy, η οποία στα μέσα της εβδομάδας παρουσίασε την πρωτοβουλία της με την επωνυμία «Ευρωπαϊκό Κέντρο Επιτάχυνσης Πράσινου Υδρογόνου». Πρόκειται για πρόγραμμα το οποίο χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκά κονδύλια και ιδιώτες επενδυτές για να αναπτυχθεί ταχύτερα μία οικονομία καθαρών καυσίμων, όπως επισημαίνει σχετικά το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg. 

Η αξία της οικονομίας αυτής εκτιμάται πως θα φθάνει τα 100 δισ. ευρώ τον χρόνο έως το 2025, δημιουργώντας σταδιακά 500.000 θέσεις εργασίας. Μεταξύ των ιδιωτών επενδυτών συμπεριλαμβάνονται ο Μπιλ Γκέιτς με τα καινοτομικά του κεφάλαια Breakthrough Εnergy Ventures, ο Τζεφ Μπέζος, ιδρυτής και επικεφαλής της Amazon, αλλά και ο Μάικλ Μπλούμπεργκ, ιδιοκτήτης του ομίλου ΜΜΕ, Bloomberg. «Μέλημά μας είναι να εντοπίζουμε τα ενδιαφέροντα προγράμματα αλλά και να καταρτίζουμε από κοινού με τους άλλους επενδυτές έργα για την παραγωγή υδρογόνου, που θα θέσουν άμεσα σε κίνηση την οικονομία του υδρογόνου στην Ευρώπη», παρατηρεί ο διευθύνων σύμβουλος της EIT InnoEnergy, Ντιέγο Παβία.

«Το κέντρο επιτάχυνσης θα λειτουργεί ως ο  ένας και μοναδικός σταθμός για την υποστήριξη των πρωτοβουλιών που προάγουν τη χρήση πράσινου υδρογόνου». Η ΕΙΤ ΙnnoEnergy μπορεί να διαθέτει ετησίως έως και 100 εκατ. ευρώ, ενώ ως αντάλλαγμα θα λαμβάνει μερίδιο από 1% έως και 25% στα νέα έργα, όπως διευκρίνισε ο κ. Παβία. 

Μία τέτοια συντονισμένη ενέργεια είναι της βρετανικής BP και της δανικής Orsted, που συμμαχούν για την κατασκευή ενός βιομηχανικών διαστάσεων ηλεκτρολύτη για την παραγωγή πράσινου υδρογόνου. Αυτό θα χρησιμοποιεί ως καύσιμο το μεγάλο διυλιστήριο της ΒΡ στο Λίνγκεν της βορειοδυτικής Γερμανίας. Αφ’ ης στιγμής το έργο εξασφαλίσει την αναγκαία χρηματοδότηση, θα αντλεί ηλεκτρική ενέργεια 50 μεγαβάτ από τα αιολικά πάρκα της Βόρειας Θάλασσας για να παραγάγει υδρογόνο, το οποίο θα καλύπτει το 20% των αναγκών του Λίνγκεν. Το υδρογόνο αυτό θα αντικαταστήσει εκείνο που  παράγεται από ορυκτά καύσιμα. Το καύσιμο αυτό λογίζεται ως εναλλακτική του φυσικού αερίου και του γαιάνθρακα σε όσες βιομηχανίες χρειάζονται θερμότητα χιλιάδων βαθμών να διεκπεραιώσουν τις δραστηριότητές τους. 

Οι ΒΡ και Orsted έχουν ζητήσει κονδύλια από την Ε.Ε. Αλλωστε, η όλη διαδικασία παραγωγής δεν θεωρείται ακόμα βιώσιμη χωρίς κρατική στήριξη, διότι το υδρογόνο είναι 3,3 φορές ακριβότερο των ορυκτών καυσίμων.  Ο αναλυτής Αντρέας Κλουθ αναφέρει στο Bloomberg ότι, αν και το υδρογόνο είναι το πιο συχνό στοιχείο στην υφήλιο, δεν απαντάται στην καθαρή του μορφή και απαιτείται να διασπαστεί σε άτομα οξυγόνου και υδρογόνου.

Μεταφορά

Η διεργασία προϋποθέτει τη χρήση ενέργειας και μάλιστα ανανεώσιμης, ειδάλλως δεν υπάρχει λόγος να συσχετίζεται με τη μείωση των ρύπων. Προϊόντος του χρόνου και χάρις στα τεχνολογικά επιτεύγματα το υδρογόνο θα φθηνύνει, αλλά ακόμα κι έτσι δύσκολα αποθηκεύεται και μεταφέρεται.
Ειδικά στην περίπτωση της αυτοκίνησης, οι κυψέλες υδρογόνου θεωρούνται κατά το ήμισυ αποδοτικές, εάν συγκριθούν με τις μπαταρίες, υπογραμμίζει ο κ. Κλουθ. Εάν ένα ηλεκτρικό αμάξι μετατρέπει το 86% της ενέργειας, που αρχικά προέρχεται από αεριοστρόβιλο για να μετακινηθεί μπροστά, τότε το αμάξι του υδρογόνου έχει πρόσβαση σε μόλις 45% της ενέργειας. Διαθέτοντας κυψέλες καυσίμου, έχει επίσης περισσότερα κινητά τμήματα και απαιτεί ακριβότερη συντήρηση από το όχημα με τις μπαταρίες. Ωστόσο, πέραν της αυτοκίνησης, το υδρογόνο μπορεί να θεωρηθεί το καύσιμο, το οποίο θα καλύπτει τα κενά στην προμήθεια καθαρής ενέργειας στο μέλλον, όταν ο άνεμος και ο ήλιος δεν θα επαρκούν.