ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΕΚΤ θα συνεχίσει να στηρίζει την Ελλάδα και τις τράπεζες

Η ΕΚΤ θα συνεχίσει να στηρίζει την Ελλάδα και τις τράπεζες

Την παράταση του waiver, της επιλεξιμότητας δηλαδή των ελληνικών ομολόγων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με τη συνέχιση της αποδοχής τους ως εξασφαλίσεις στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του ευρωσυστήματος, η οποία δόθηκε τον Απρίλιο του 2020 –προσωρινά και λόγω COVID καθώς η Ελλάδα δεν έχει επενδυτική βαθμίδα– και λήγει τον Ιούνιο του 2022, αναμένει ευρέως η αγορά να ανακοινωθεί κατά τη συνεδρίαση της ΕΚΤ τον Δεκέμβριο. Αυτός είναι άλλωστε και ένας από τους βασικούς στόχους του οικονομικού επιτελείου και του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους.

Η εκτίμηση Στουρνάρα

Σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, η ΕΚΤ δεν θα τηρήσει σκληρή στάση απέναντι στην Ελλάδα σε ό,τι αφορά το waiver. Οπως σημειώνει στην «Κ», καθώς εκτιμά πως η κεντρική τράπεζα θα συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα και μετά το PEPP, το ίδιο θα ισχύσει και για το waiver. «Αυτά τα δύο πάνε μαζί», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, ενώ προσθέτει πως η παράτασή του πέραν του Ιουνίου του 2022 «είναι σημαντική για τις ελληνικές τράπεζες, διότι αφορά την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής».

Η διατήρηση αυτού του «όπλου» είναι σημαντική και για την ελληνική οικονομία. Οπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, για την Ελλάδα δεν είναι τόσο σημαντική η συνέχιση της συμμετοχής της στα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, όσο το να μείνει ανοιχτή αυτή η «πόρτα», η οποία οδηγεί στη στήριξη των ελληνικών τραπεζών, στη διατήρηση της ρευστότητας στην ελληνική οικονομία, καθώς και στην ενίσχυση της εμπορευσιμότητας και των αποτιμήσεων των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου.

Φθηνή ρευστότητα

Το waiver αποτέλεσε μια εξαιρετικά σημαντική εξέλιξη για τις ελληνικές τράπεζες όταν ξέσπασε η πανδημία και οι αποδόσεις των ομολόγων εκτοξεύθηκαν, καθώς μπορούσαν πλέον να καταθέτουν τα κρατικά ομόλογα στην κεντρική τράπεζα για την άντληση χρηματοδότησης. Αυτή η στήριξη της ΕΚΤ βοήθησε τον κλάδο να προχωρήσει στον μετασχηματισμό του και βελτίωσε επίσης σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών.

Μέσω του προγράμματος παροχής φθηνών μακροπρόθεσμων δανείων TLTRO ΙΙΙ οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να δανείζονται από την ΕΚΤ με αρνητικό επιτόκιο, το οποίο φτάνει το -1%. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, Εθνική, Πειραιώς, Εurobank και Αlpha Bank, έχουν απορροφήσει από την ΕΚΤ συνολική ρευστότητα η οποία αγγίζει τα 47 δισ. ευρώ. Συνεπώς, εάν δεν παρατεθεί το waiver οι ελληνικές τράπεζες θα χάσουν ουσιαστικά αυτό το «-1%».

Σε κάθε περίπτωση, όπως επισημαίνουν τραπεζικές πηγές, οι ελληνικές τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν θέμα ρευστότητας, με τους δείκτες δανείων προς καταθέσεις να κινούνται σημαντικά κάτω του 100%. Απλώς θα χάσουν τη δυνατότητα να διενεργούν αυτό το «carry trade» με την ΕΚΤ. Ωστόσο, εάν θέλουν να κρατήσουν αυτή την επιλογή του -1% υπάρχει δυνατότητα να το κάνουν κινούμενες πρώτα διατραπεζικά και μετά να… απευθυνθούν στην ΕΚΤ, ανταλλάσσοντας με μία ξένη τράπεζα ελληνικά ομόλογα με ομόλογα που δέχεται η ΕΚΤ (πληρώνοντας τη διαφορά του spread), π.χ. ιταλικά, και έτσι να καταθέτουν στην ΕΚΤ.

Οπως πάντως δείχνουν τα πράγματα, η παράταση του waiver είναι και αυτό που περιμένει η πλειονότητα των αναλυτών. Ανάλογες με του Ελληνα κεντρικού τραπεζίτη είναι και οι απόψεις των οίκων αξιολόγησης στους οποίους απευθύνθηκε η «Κ», καθώς εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα θέλει να αποφύγει οποιοδήποτε φαινόμενο απότομων ακραίων επιδράσεων (cliff effect). «Η παράταση είναι πιθανή, δεδομένου ότι θα ήταν σημαντική για την ομαλή μετάβαση της Ελλάδας στο πρόγραμμα APP, και προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν επιπτώσεις από την ολοκλήρωση του PEPP», όπως σημειώνει ο Νώντας Νικολαΐδης, αντιπρόεδρος και υψηλόβαθμος αξιωματούχος για πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Moody’s.

Ωστόσο σε περίπτωση που η ΕΚΤ δεν δώσει παράταση, η Moody’s δεν βλέπει σημαντικό κίνδυνο για τον τραπεζικό κλάδο καθώς, όπως σημειώνει ο κ. Νικολαΐδης, «στην πιο απίθανη περίπτωση που η ΕΚΤ επιλέξει μια σκληρή στάση, οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιλογές χρηματοδότησης διαθέσιμες». Οι οίκος βλέπει, συνεπώς, ελάχιστους κινδύνους για τον κλάδο σε ένα τέτοιο σενάριο, δεδομένου ότι μόνο ένα μέρος της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ γίνεται μέσω των ελληνικών ομολόγων. «Σε κάθε περίπτωση, αυτό το μέρος της χρηματοδότησης μπορεί εύκολα να μεταβεί στη διατραπεζική αγορά repo, όπως συνέβαινε πριν από την COVID-19, με οριακά υψηλότερο κόστος (χαμηλότερο όφελος λόγω των σημερινών αρνητικών επιτοκίων) που δεν θα ήταν επιζήμιο για την κερδοφορία των τραπεζών», όπως προσθέτει.
Κατά τη Moody’s, οι προοπτικές χρηματοδότησης για τις τράπεζες είναι απίθανο να «χτυπηθούν» από ένα τέτοιο ενδεχόμενο καθώς, όπως εξηγεί ο κ. Νικολαΐδης, η θέση ρευστότητάς τους είναι ισχυρή. Ο οίκος αναμένει παράλληλα ότι οι καταθέσεις πελατών θα συνεχίσουν να αυξάνονται έντονα και οι τράπεζες θα έχουν όλο και μεγαλύτερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, γεγονός που θα μειώσει επίσης την ανάγκη χρηματοδότησης της ΕΚΤ το επόμενο έτος.

Καμία ανησυχία δεν εκφράζει ούτε η Fitch Ratings σε περίπτωση που αρθεί αυτή η στήριξη. Οπως σημειώνει στην «Κ» η Κριστίνα Τορέγια, επικεφαλής τραπεζικής ανάλυσης του οίκου, η στήριξη της ΕΚΤ στις ευρωπαϊκές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών, θα αρθεί αλλά σταδιακά. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν όντως επωφεληθεί σημαντικά από τη χρηματοδότηση της ΕΚΤ, κυρίως το TLTRO III, και η θέση ρευστότητάς τους έχει υποστηριχθεί από το waiver. «Ωστόσο, αναγνωρίζουμε επίσης ότι η χρηματοδότηση και η ρευστότητα των τραπεζών έχουν βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, υποστηριζόμενες από την αύξηση των καταθέσεων και την καλύτερη πρόσβαση στις αγορές», όπως σημειώνει. Οι πρόσφατες εκδόσεις ομολόγων μαζί με τη συνέχιση της εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, όπως τα repos, θα διευκολύνουν την υποκατάσταση του δανεισμού της ΕΚΤ, κατά την άποψη του οίκου, με την κ. Τορέγια να διαμηνύει πως η αξιολόγηση των ελληνικών τραπεζών θα βελτιωθεί στο επόμενο διάστημα εάν συνεχιστεί η πρόοδος με τη μείωση των NPEs.

Η S&P Global Ratings από την πλευρά της, αν και αναμένει επιπτώσεις στο κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών και επιδείνωση στις τρέχουσες ισχυρές μετρήσεις ρευστότητας εάν αρθεί το waiver, εκτιμά ότι ο αντίκτυπος αυτός θα είναι διαχειρίσιμος. Οπως επισημαίνει στην «Κ» ο επικεφαλής του οίκου για τον ελληνικό χρηματοπιστωτικό κλάδο, Γκόκσενιν Καράγκοζ, οι ελληνικές τράπεζες θα στραφούν στον δανεισμό μέσω repos, αρκεί το επενδυτικό κλίμα να παραμένει θετικό, ενώ διαμηνύει πως μια τέτοια εξέλιξη δεν θα επηρεάσει τις «βαθμολογίες» των ελληνικών τραπεζών.