Αν δεν είχε γίνει η εξέγερση;
SPECIAL REPORT
50 χρόνια από το Πολυτεχνείο: Αποθέωση και απομυθοποίηση
  1. Αν δεν είχε γίνει η εξέγερση;
  2. Τι πέτυχε η γενιά του Πολυτεχνείου
  3. Γιατί δεν πέρασε στο σινεμά
  4. Γιατί δεν γιορτάζουμε την 24η Ιουλίου 1974
  5. Τι σημαίνει η επέτειος για τους μιλένιαλ
  6. Οδός Ηρώων Πολυτεχνείου
  7. Πώς έγινε γιορτή και διδακτέα ύλη
  8. 14 Φεβρουαρίου 1973: η πρώτη εισβολή στο ΕΜΠ
  9. Tι μου λέει το Πολυτεχνείο σήμερα;

Αν δεν είχε γίνει η εξέγερση;

4' 44" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

1973-2023. Μισό αιώνα µετά το Πολυτεχνείο, η πολιτική κουλτούρα που έπλασε αυτή η κοµβική εξέγερση παραµένει θέµα έντονης διαµάχης, τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο δηµόσιου λόγου και αντίληψης για την ιστορία. Πώς περνάµε από τον µύθο στην πολιτική αποτίμηση; Πώς μπορεί το παρελθόν αυτό να γίνει ιστορία; Και άραγε μπορούμε να διαχωρίσουμε τη γενιά που έζησε τα γεγονότα από μέσα από το αποτύπωμα που η ίδια άφησε στον χρόνο;

Κατ’ αρχάς, μπορούμε να φανταστούμε την πορεία της Ελλάδας χωρίς αυτή την κρίσιμη στιγμή; Ποια θα ήταν η πορεία της χώρας αν δεν είχε γίνει το Πολυτεχνείο; Θα παρέμενε ο Παπαδόπουλος ακλόνητος δικτάτορας και θα προχωρούσε σε εκλογές χωρίς να ανατραπεί από τους σκληροπυρηνικούς; Και τι είδους δημοκρατία, με ποια νομιμοποίηση και πόσους αστερίσκους θα ήταν αυτή που θα προέκυπτε; Θα είχαν εξελιχθεί όλα τόσο καλά όπως όψιμα διατείνονται αναλυτές σε σχέση με την Κύπρο, δηλαδή θα παρέμενε η τελευταία αδιαίρετη και χωρίς να μεσολαβήσει η τουρκική εισβολή και κατοχή;

Για όλα τα παραπάνω ερωτήματα αντι-ιστορικής υφής, την απάντηση δεν θα τη μάθουμε ποτέ. Είναι καλό, βέβαια, να λάβουμε υπόψη μας τις ενδείξεις που καταδεικνύουν ότι δεν ήταν το Πολυτεχνείο «υπεύθυνο» για την ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη, αλλά πως επρόκειτο για ειλημμένη απόφαση που απλά επενδύθηκε τον μανδύα του κατεπείγοντος εξαιτίας των γεγονότων. Το πρόσφατο πόνημα του Αλέξη Παπαχελά «Ενα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974» καθιστά σαφές το πόσο εξαιρετικά αμφίβολη θα ήταν η αποσόβηση της πορείας προς την κυπριακή τραγωδία, όπως με περισσή σιγουριά διατείνονται πολλοί σήμερα, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους ούτε τον διεθνή παράγοντα ούτε και την εκρηκτική κατάσταση που επικρατούσε στη Μεγαλόνησο, με μια εμφύλια σύγκρουση και μια διακοινοτική διαμάχη εν πλήρει εξελίξει.

Θα είχε ενδιαφέρον, πάντως, αυτή η άσκηση από την ανάποδη – δηλαδή, να συνειδητοποιήσουμε πόσο προβληματική θα ήταν η ελληνική μετάβαση στη δημοκρατία χωρίς αυτή τη νομιμοποίηση από τα «κάτω» που προηγήθηκε φυσικά της πτώσης της χούντας, αλλά στην ουσία ακύρωσε το πείραμα φιλελευθεροποίησης της δικτατορίας. Το Πολυτεχνείο από αυτή την άποψη αποτελεί μοναδική στιγμή έξαρσης στον αυταρχικό Νότο τη δεκαετία του ’70, δεδομένου ότι ούτε η φρανκική Ισπανία ούτε και η Πορτογαλία του Καετάνο έζησαν κάτι αντίστοιχο. Η διττή αυτή φύση της ελληνικής Μεταπολίτευσης που την καθιστά τόσο ενδιαφέρουσα έχει ακριβώς να κάνει με το γεγονός πως πέρα από τη μετάβαση από τις κορυφές, υπήρξε αυτό το ξέσπασμα της βάσης, με το Πολυτεχνείο κατά κάποιον τρόπο να ξεπλένει μια ολόκληρη κοινωνία που σε μεγάλο βαθμό ανέχτηκε τη χούντα. Δεν είναι τυχαίο πως ολόκληρη η μεταπολιτευτική συνθήκη στηρίχτηκε πάνω στο Πολυτεχνείο ως εθνικό τόπο μνήμης – με τις ίδιες τις πρώτες εθνικές εκλογές να λαμβάνουν χώρα στις 17 Νοεμβρίου του 1974. Αρχικά λοιπόν το Πολυτεχνείο αποθεώθηκε – αρκεί κανείς να δει τα ντοκιμαντέρ της εποχής σχετικά με την πρώτη επέτειο ή τις μεγάλες συναυλίες στα στάδια, για να καταλάβει την καταλυτική επίδραση που είχε στην πολιτική κουλτούρα της εποχής. Το Πολυτεχνείο έγινε το «υπερεγώ» της Μεταπολίτευσης, για να δανειστώ τον δόκιμο όρο του ιστορικού Αντώνη Λιάκου.

Μπορούμε να φανταστούμε την πορεία της Ελλάδας χωρίς αυτή την κρίσιμη στιγμή; Ποια θα ήταν η πορεία της χώρας αν δεν είχε γίνει το Πολυτεχνείο;

Πώς όμως φτάσαμε από αυτή την αποθέωση στην απόλυτη αποκαθήλωση του Πολυτεχνείου; Κατ’ αρχάς σκοντάψαμε σε μεμονωμένες περιπτώσεις ανθρώπων που πήραν την εξουσία και στην κριτική για το ποιόν τους, την εξέλιξή τους, το γεγονός πως άφησαν το αμπέχονο και έβαλαν τη γραβάτα, και αποδείχθηκαν πολιτικά «λίγοι». Είναι όμως το Πολυτεχνείο το άθροισμα των μονάδων και των μετέπειτα success stories που το συγκρότησαν; Μια τέτοια θέαση αφαιρεί από το ίδιο το γεγονός τη συλλογική του χροιά. Επίσης τείνουμε να κρίνουμε με βάση τους λίγους επωνύμους και τη μετέπειτα πορεία τους, χωρίς αυτή υποχρεωτικά να μας δίνει ερμηνευτικά κλειδιά για το ίδιο το γεγονός. Οπως φάνηκε και σε πρόσφατες έρευνες σε σχέση με το ’68 στη Γαλλία, πολλοί λίγοι στην πραγματικότητα από τους φοιτητές της εποχής είχαν πορείες που να καταδεικνύουν «εξαργύρωση» του ακτιβισμού τους, πράγμα που βεβαίως ισχύει και στην περίπτωση του Πολυτεχνείου.

Από κει περάσαμε σταδιακά σε έναν συνολικά αποκαθηλωτικό λόγο για τη γενιά του Πολυτεχνείου που «κατέστρεψε την Ελλάδα». Το μεγάλο ζήτημα και η συζήτηση των τελευταίων χρόνων αφορούν τη λεγόμενη κουλτούρα βίας και ανομίας –θέμα που ανέκυψε έντονα στον δημόσιο λόγο μετά τον Δεκέμβριο του 2008– αλλά και το πανεπιστημιακό άσυλο και τις πραγματικές ή υποτιθέμενες στρεβλώσεις του. Εδώ οι κριτικές ευθυγραμμίζονται πλέον με τη στηλίτευση της ίδιας της Μεταπολίτευσης και της περίφημης κουλτούρας της. Με λίγα λόγια, περάσαμε από το φωτοστέφανο και την εξιδανίκευση του Πολυτεχνείου στην απόλυτη δαιμονοποίησή του. Σε αυτή την εκ των υστέρων κριτική στο Πολυτεχνείο ως καταλύτη όλων των μετέπειτα κακών, η ισοπεδωτική κριτική και η εκ των υστέρων ενοχοποίηση όσων πραγματικά αντιστάθηκαν, εν μέρει υπεραναπληρώνει την απουσία μαζικής αντίστασης στη χούντα. Επιπλέον, οι αγώνες για το υποτιθέμενο πραγματικό «νόημα» του Πολυτεχνείου, η εργαλειοποίηση του τελευταίου από κάθε λογής πολιτικές εξουσίες και οργανώσεις, οι επετειακές συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών σε μια επιτελεστικού τύπου επανάληψη της ιστορίας κάθε 17 Νοεμβρίου, έβαλαν και αυτά το λιθαράκι τους για την απαξίωση του γεγονότος και της σημασίας του.

Το ειδικό βάρος του Πολυτεχνείου για τη νομιμοποίηση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας είναι εξαιρετικής σημασίας για να ευτελίζεται μέσα από αναλύσεις που του προσάπτουν με τρόπο απλουστευτικό όλα τα μετέπειτα κακώς κείμενα. Εξίσου απλουστευτική, βέβαια, είναι και η αντίστοιξη της 17ης Νοεμβρίου με την 24η Ιουλίου σε μια ιδιότυπη αντιπαράθεση ανάμεσα στη «λαϊκή» και στην «ελίτ» Μεταπολίτευση, αντί να ιχνηλατούμε τις συνέργειες μεταξύ τους. Το σημαντικό διακύβευμα, λοιπόν, επ’ αφορμή των πενήντα χρόνων είναι να επανεντοπίσουμε το θετικό αποτύπωμα μιας από τις σημαντικότερες στιγμές του ελληνικού 20ού αιώνα, που ως τέτοια αξίζει να μνημονεύεται.

*Ο κ. Κωστής Κορνέτης διδάσκει Σύγχρονη Ιστορία στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή