ΤΑΞΙΔΙΑ

Τα βράχια της Οδού Τοσίτσα

ta-vrachia-tis-odoy-tositsa

Παρότι οι  Έλληνες δεν είναι και οι πιο φανατικοί βιβλιόφιλοι, η Αθήνα είναι μια πόλη που διαβάζεται. Επιγραφές, πινακίδες, αφίσες, στένσιλ σε τοίχους, συνθήματα, γκράφιτι. Παρά τις προσπάθειες καθαρισμού, όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα ως διαβάτης, γίνεσαι ταυτόχρονα αναγνώστης.

Κατηφορίζοντας με τα πόδια τη Σκουφά, παίρνοντας τα στενά των Εξαρχείων, οι αναγνωστικές δυνατότητες γύρω μου πλήθαιναν – ταιριαστή εισαγωγή, μια και ήθελα να καταλήξω στο Επιγραφικό Μουσείο.
«– Τι κάνεις στην Αθήνα, λοιπόν;
– Θέλω να ρίξω ακόμη μία ματιά στο Επιγραφικό Μουσείο. Είναι ένα μέρος που με ενδιαφέρει. Είναι μια βιβλιοθήκη από πέτρες στην πραγματικότητα. Ένα τεράστιο δωμάτιο γεμάτο με ράφια από πάνω έως κάτω και στη μέση κι άλλα ράφια.
– Ράφια γεμάτα πέτρες.
– Εκατοντάδες πέτρες, αριθμημένες. Κομμάτια από κολόνες, τοίχους, πινακίδες, αναθηματικά ανάγλυφα. Όλες χαραγμένες με κείμενα, φυσικά. Κάποια λίγα γράμματα είναι το μόνο που απομένει σε κάποιες περιπτώσεις. Σε άλλες υπάρχουν λέξεις, εκτενέστερα αποσπάσματα. Οι Έλληνες έκαναν τέχνη με το αλφάβητό τους. Έδωσαν στα γράμματα συμμετρία και την αίσθηση πως κάτι πλήρες προέκυψε από τα αρχικά σημάδια των προγενέστερων αλφαβήτων. Κάτι μοντέρνο. Οι πέτρες υπάρχουν σε πολλά σχήματα και μεγέθη. Κανείς επισκέπτης δεν είναι ποτέ εκεί. Ο φύλακας με ακολουθεί από μια διακριτική απόσταση».

Η περιγραφή του Ντον ΝτεΛίλλο στο μυθιστόρημά του «Τα ονόματα» είναι πολύ πιστή στην πραγματικότητα, κι ας έχει γραφτεί σαράντα χρόνια πριν. Ήμουν κι εγώ ο μόνος επισκέπτης στο Επιγραφικό Μουσείο – μασκοφορεμένος ανάμεσα στους ευγενικούς μασκοφορεμένους φύλακες. Κρατούσαμε ευδιάκριτες αποστάσεις και δεν νομίζω μόνο εξαιτίας των μέτρων. Ίσως οι πέτρες που πλημμυρίζουν τις αίθουσες να υποβάλλουν αυτή τη βραδύτητα, μια επιθυμία ακινησίας. Σίγουρα επιβάλλουν τη σιωπή, παρόλο που δεν σταματάς να διαβάζεις από μέσα σου σε όλη τη διάρκεια της επίσκεψης.

Αγαθός / εποίησεν / σώφρων / ανέθεκεν / έργον θαλόντον / πότνι’ Αθάνα / παίδον / πόλις… Για όποιον γνωρίζει ελληνικά ο ήχος των χαραγμένων γραμμάτων είναι διαρκώς παρών και η αναγνώριση λέξεων και φράσεων είναι συγκινητική, με έναν περίεργο τρόπο. Σαν να βρίσκεις ένα ξεχασμένο ερωτικό γράμμα προς την προγιαγιά σου.

Η Αν Κάρσον, κλασική φιλόλογος και η σημαντικότερη σύγχρονη ποιήτρια της αγγλικής γλώσσας, ασχολήθηκε με το παράδοξο του έρωτα στην κλασική ελληνική παράδοση. Στο δοκίμιό της «Έρως ο γλυκόπικρος» παραδίδει στους αναγνώστες μια εμβριθή φιλολογική μελέτη που μόνο ως τέτοια δεν διαβάζεται. Συνδυάζει φιλοσοφική οξυδέρκεια, ποιητική ευαισθησία και πλοκή αστυνομικού μυθιστορήματος για να αναλύσει την αρχαία λυρική ποίηση και να μας μιλήσει για τη θεμελιώδη δομή της ανθρώπινης σκέψης, τον έρωτα και τη σχέση του με το ελληνικό αλφάβητο.

«Το ελληνικό αλφάβητο δεν επιχειρεί να συμβολίσει αντικείμενα του πραγματικού κόσμου, αλλά, αντίθετα, τη διαδικασία με την οποία οι ήχοι συγκροτούν ομιλία. Η φωνητική γραφή μιμείται τη δραστηριότητα του να μιλάς. Το ελληνικό αλφάβητο επέφερε επανάσταση σε αυτή τη μιμητική λειτουργία εισάγοντας το σύμφωνο, το οποίο είναι ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, μια αφαίρεση. Το σύμφωνο λειτουργεί μέσω μιας πράξης της φαντασίας μέσα στον νου του χρήστη της γλώσσας. Γράφω τούτο το βιβλίο γιατί η πράξη αυτή με καταπλήσσει. Είναι μια πράξη με την οποία ο νους αποσπάται από το δεδομένο, το παρόν, το πραγματικό και επιχειρεί να φτάσει σε κάτι παραπέρα».*

Η Κάρσον επιμένει στην αναλογία ανάμεσα στη φύση του έρωτα και την ιδιοσυστασία του ελληνικού αλφαβήτου. «Αυτή η αναλογία φαντάζει ίσως παράξενη για έναν εγγράμματο σύγχρονο μελετητή, είναι όμως πολύ πιθανό οι δικές μας κρίσεις στο πεδίο αυτό να έχουν θολώσει εξαιτίας της συνήθειας και της αδιαφορίας. Διαβάζουμε υπερβολικά πολύ, γράφουμε πολύ φτωχά και θυμόμαστε ελάχιστα τη γλυκιά ταλαιπωρία που απαιτήθηκε για να πρωτοαποκτήσει κανείς αυτές τις δεξιότητες. […] Το να μοχθείς για τα γράμματα είναι μια εμπειρία οικεία στους περισσότερους από μας. Είναι μαγευτικά, δύσκολα σχήματα, και τα μαθαίνεις ζωγραφίζοντας τα περιγράμματά τους ξανά και ξανά. Για όποιον εκπαιδεύτηκε μ’ αυτόν τον τρόπο, τα όρια των γραμμάτων παραμένουν τόποι συγκινητικοί και αλησμόνητοι».

Στην τελευταία αίθουσα, λίγο πριν από την έξοδο, συνάντησα μια ανάγλυφη μαρμάρινη ασπίδα του 148 μ.Χ. με ονόματα Αθηναίων εφήβων. Ο επονομαζόμενος θεσμός της εφηβείας στην αρχαία Αθήνα αποσκοπούσε αρχικά στη στρατιωτική εκπαίδευση των νεαρών Αθηναίων και αργότερα συμπεριέλαβε και μαθήματα φιλοσοφίας, ρητορικής, μουσικής κ.ά. Η δημοσίευση τέτοιων ανάγλυφων καταλόγων από τον δήμο ήταν μια απόδοση τιμών προς τους νέους που ολοκλήρωναν την εκπαίδευσή τους. Βγαίνοντας στην Τοσίτσα, ακριβώς απέναντι από την είσοδο του μουσείου, είδα τέσσερις εφήβους σε ένα παγκάκι. Κάθονταν δίπλα δίπλα κάτω από τη σκιά των δέντρων και διάβαζαν κόμικ. Μόλις ολοκλήρωσαν κι αυτοί τη σχολική χρονιά, σκέφτηκα, και ίσως να είναι ερωτευμένοι ήδη – το εκπληκτικό πάντως είναι ότι διαβάζουν την ίδια πάνω κάτω γλώσσα με αυτήν που άφησα πίσω μου, στα χαραγμένα βράχια της οδού Τοσίτσα.

*Αν Κάρσον, «Έρως ο γλυκόπικρος», μτφ. Ανδρονίκη Μελετλίδου, εκδ. Δώμα