ΤΑΞΙΔΙΑ

Φοίνικες και κυπαρίσσια

foinikes-kai-kyparissia-2387932

Τα φυτά δεν ήταν ποτέ «γλάστρες». Μιλούσαν πάντα με ενάργεια για τις συγκρούσεις, την αποικιοκρατία, τον εξευγενισμό, τα συμφέροντα, το παγκόσμιο εμπόριο, την προπαγάνδα. Και μιλάνε ακόμη.

Για κάποιο λόγο η Ύδρα, παρά την ξερή όψη της, συχνά περιγράφεται από τους συγγραφείς με γαστριμαργικές μεταφορές. «Η  Ύδρα φαίνεται ως κατασκευασμένη εκ ζακχάρεως, τόσον αποστίλβουσιν αι δι’ ασβέστου κεχρισμέναι οικίαι αυτής υπό τας ακτίνας του θερινού ηλίου», γράφει ο Δροσίνης. «Η  Ύδρα είναι ένας βράχος που βγαίνει από τη θάλασσα σαν ένα πελώριο πετρωμένο καρβέλι ψωμί», γράφει ο Χένρυ Μίλερ. Και ο Πάτρικ Λη Φέρμορ: «Τα υπόλοιπα –σπίτια– χαρακτηρίζονται από εκτυφλωτικό λευκό και θα μπορούσε να ’χαν αποκοπεί και τετραγωνιστεί από κατσικίσιο τυρί». Ίσως γιατί τόση ξεραΐλα φέρνει στον νου την έλλειψη, την πείνα.

Άλλοι συγγραφείς, όπως ο Μισέλ Ντεόν, εστιάζουν στη γύμνια, στην υλικότητα, στην τραχύτητα «…του βράχου από σίδερο που είναι φυτεμένος στη θάλασσα του Αιγαίου». Ο Κίνγκλεϊκ περιγράφει την Ύδρα ως «το βραχονήσι όπου δεν φυτρώνει τίποτε παρά ναυτικοί και γυναίκες ναυτικών».

Όλες οι μεταφορές έχουν το ενδιαφέρον τους, καμία όμως δεν αποδίδει με τόση ακρίβεια την ενέργεια του νησιού όσο ο στίχος του Σαχτούρη: «Η  Ύδρα είναι μια φραγκοσυκιά/γεμάτη πυρετό όνειρα κι αγκάθια». Δεν είναι παράξενο που κάποιοι την αγαπούν παράφορα και κάποιοι δεν θέλουν να πατήσουν το πόδι τους στο νησί. Η αμφισημία της την κάνει ιδανικό σκηνικό για την έκθεση 199 του Κωστή Βελώνη, που πραγματοποιείται αυτό το καλοκαίρι στα παλιά Σφαγεία με ανάθεση του ιδρύματος ΔΕΣΤΕ.*

Ένα πλήθος αντιφάσεων ή μάλλον διφορούμενων εννοιών πραγματεύεται και η έκθεση. Τη σχέση μας με την πατρογονική ιστορία, τη γέννηση του ελληνικού κράτους, τα εμφύλια πάθη της Επανάστασης του 1821, τη φθαρτότητα απέναντι στη μνημειακότητα, το νόημα της θυσίας και την ανάγκη της επιβίωσης.

Ο χώρος στέγαζε όντως τα σφαγεία του νησιού, είναι κάτι που το νιώθεις μόλις περάσεις την είσοδο. Σε υποδέχονται κυπαρίσσια σε γλάστρες – μια αναφορά στον πίνακα του Arnold Böcklin «Το νησί των νεκρών». Η ταλαιπωρημένη τους όψη δεν είναι τυχαία, προεκτείνει τον συμβολισμό των ίδιων των δέντρων, σχολιάζοντας τη φθορά, την κληρονομιά, τη μνήμη.

foinikes-kai-kyparissia0
Τα κυπαρίσσια της εισόδου στα Σφαγεία παραπέμπουν στον πίνακα «Το νησί των νεκρών» του Άρνολντ Μπέκλιν.

Μπαίνοντας στον χώρο, αντικρίζεις το «Ακατάστρεπτο». Είναι τρεις όγκοι κομμένου μαρμάρου που στηρίζονται με δυο τρεις ξύλινες σφήνες, κάτω από τα παροπλισμένα πια τσιγκέλια των σφαγείων. Και σε μια εσοχή τα νεκρικά προσωπεία οκτώ αγωνιστών του 1821 –δάνειο από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο– χυτευμένα σε μπρούντζο. Αν σταθείς στην εσοχή που τοποθετήθηκαν, αντικρίζεις κατάματα τους αγωνιστές. Βρίσκεσαι σε απόσταση αναπνοής από τις γαμψές τους μύτες, τα ρουφηγμένα τους, αξύριστα, μάγουλα. Αντιλαμβάνεσαι πως τα 199 χρόνια που μας χωρίζουν δεν είναι και τόσο πολλά. Αντιλαμβάνεσαι επίσης ξεκάθαρα την ανθρώπινη υπόσταση της Ιστορίας, το πώς είναι φτιαγμένη από πράξεις, πάθη και κόκαλα, αλεσμένα στις τεκτονικές πλάκες της κοινωνίας. Αναγνωρίζεις, τέλος πάντων, τη συγγένεια.

Ύστερα αφήνεις πίσω σου τους αγωνιστές, τα μάρμαρα και τα κυπαρίσσια. Παίρνεις τον χωματόδρομο που οδηγεί στο λιμάνι, επιστρέφεις στην πραγματικότητα που χυμάει πάνω σου σε μετωπική. Ο νους σου πάει σε κάποια άλλα κακόμοιρα δέντρα σε γλάστρες. Στο κέντρο της Αθήνας.

Οι φοίνικες δεν είναι ακριβώς εξωτικό είδος για την Ελλάδα. Υπάρχουν αυτοφυείς φοίνικες στην Κρήτη, έχουν απεικονιστεί μάλιστα σε μινωικές τοιχογραφίες. Ο Απόλλωνας και η Άρτεμη γεννήθηκαν στη σκιά ενός φοίνικα στη Δήλο. Συστηματικές φυτεύσεις ξεκίνησαν από την ίδρυση ήδη του νεοελληνικού κράτους, με τον Καποδίστρια να δίνει ο ίδιος το παράδειγμα στη νεοσύστατη πρωτεύουσα, το Ναύπλιο. Η πλατεία Ομονοίας ήταν γεμάτη φοίνικες έως το 1927, όπως και η αυλή κάθε νεοκλασικού. Μετά λιγόστεψαν και αρχίσαμε να τους θεωρούμε εξωτικούς. Ώσπου το 2004, ενόψει των Ολυμπιακών, αποφασίσαμε να επανεπενδύσουμε στον εξωτισμό και να εισάγουμε φοίνικες από τη Βόρεια Αφρική μέσω Ιταλίας. Δυστυχώς, μας ήρθαν χωρίς κανέναν φυτοπαθογόνο έλεγχο. Και με έναν φονικό λαθρεπιβάτη, το κόκκινο σκαθάρι, που επιτίθεται στα φοινικοειδή νεκρώνοντάς τα εσωτερικά. Ήταν εξαιρετικά επιθετικό και με ευρεία διασπορά.

Τι σχέση έχουν τώρα όλα αυτά θα μου πείτε; Δεν ξέρω, ίσως έφταιγε η αμφισημία του νησιού που λέγαμε – φτάνοντας στο λιμάνι, άκουγα γύρω μου ένα συνονθύλευμα γλωσσών από τους νεοαφιχθέντες τουρίστες. Σκέφτηκα πως, τηρουμένων των αναλογιών, παρόμοιες συγκρούσεις ζούμε από την επανάσταση και δώθε. Οικονομικά συμφέροντα, διπλωματικοί ελιγμοί, πολιτικές ισορροπίες, ηθικά διλήμματα, θυσίες, ανάγκες επιβίωσης, συνωμοσίες, φαντασιώσεις, όνειρα και θανάσιμες απειλές.

Ίσως η μόνη παρηγοριά βρίσκεται τελικά στην τέχνη. «Κοίταζα την Ύδρα που ξυπνούσε. Ο ήλιος έβγαινε σιγά σιγά απ’ τα βουνά, όμως ακόμα ήταν αυγή. Και ξαφνικά όλα λούστηκαν από ήλιο. Η θάλασσα, τα σπίτια, οι δρόμοι. Κάτι έλαμψε μέσα μου, κάτι σαν χαρά. Η ζωή στο νησί άρχιζε μόλις ανέβαινε ο ήλιος. Τα μουλάρια άρχιζαν να πηγαίνουν το νερό. Κατέβηκα στην αγορά. Ο κόσμος, νυσταγμένος ακόμα, άρχιζε να τοποθετεί το πούλημά του. Η Ύδρα μου, το αγαπημένο μου νησί, πλημμύριζε από χαρά, ζωή… Πόσο την αγαπώ!»**

* Κωστής Βελώνης – 199, Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ, “Project Space”, Παλιά Σφαγεία, Ύδρα, 27/6-1/11
** Μαργαρίτα Καραπάνου, «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη», εκδ. Ωκεανίδα