ΤΑΞΙΔΙΑ

Κολυμπώντας στον ουρανό

kolympontas-ston-oyrano-2393035

Ε, ναι, λοιπόν, την κοινοτοπία για την πιο όμορφη χώρα του κόσμου τη χρησιμοποίησε ακόμα και η Βιρτζίνια Γουλφ. Παρ’ όλα αυτά, για μας τους γηγενείς, το μυστικό της ελληνικής ψυχής βρίσκεται κλεισμένο στα τάπερ.

«Στην Ελλάδα επιθυμείς να κολυμπήσεις στον ουρανό. Θέλεις να πετάξεις τα ρούχα σου, να πηδήξεις τρέχοντας και να βουτήξεις στο γαλάζιο. Θέλεις να αιωρηθείς στον αέρα σαν άγγελος, να ξαπλώσεις στο χορτάρι και να χαρείς με αυτό τον καταπληκτικό τρόπο την έκσταση. Πέτρα και ουρανός εδώ παντρεύονται. Είναι η αέναη αυγή της αφύπνισης του ανθρώπου.»*

Εντάξει, οι συγγραφείς –οι ξένοι τουλάχιστον– δεν ήταν ποτέ φειδωλοί σε θαυμαστικά σχόλια για την Ελλάδα. Όχι πως δεν υπάρχει και μια ολόκληρη σχολή γκρίνιας, κατά κανόνα όμως περιορίζεται στους περιηγητές του 18ου, ειδικά τους Γάλλους, οι οποίοι, όπως και να το κάνουμε, μια αλαζονεία τη διαθέτουν. Βέβαια αντίκριζαν μια άλλη χώρα, πάμφτωχη, βρόμικη, εξουθενωμένη και πρωτόγονη, και ίσως ο μόνος τρόπος να την αγαπήσουν ήταν να τη δουν με τα παραμορφωτικά γυαλιά του αρχαίου της κλέους. Αν προσθέσουμε σε αυτό την κλεπτομανία και τον ρόλο της αρχαίας Ελλάδας ως φαντασιακής θεμελίωσης του δυτικού πολιτισμού, καταλήγουμε στην αρχαιολατρία, η οποία ακόμη μας κατατρύχει.

Οι ξένοι περιηγητές του 20ού αιώνα, χωρίς να περιφρονούν τα μάρμαρα, ως επί το πλείστον παθιάζονται με γήινα πράγματα: με το τοπίο καταρχήν, τον ήλιο, τη θάλασσα, το φαγητό, τους ανθρώπους. Καμιά φορά βρίσκονται στα όρια του γραφικού, αλλά πώς να σνομπάρεις τέτοιο ενθουσιασμό, τόση αγάπη;

«Σαν πλέεις μέσα στους δρόμους του Πόρου, χαίρεσαι σα να ξαναγεννιέσαι. Χαρά, πάρα πολύ βαθιά για να τη θυμάσαι/ Όπου κι αν πας στην Ελλάδα, οι άνθρωποι ανοίγουν σα λουλούδια/ η Ελλάδα, απλά, ένας κόσμος από φως, τέτοιος που ποτέ δεν είχα ονειρευτεί, μήτε έλπιζα πως θα δω/ Το φως στην Ελλάδα μού άνοιξε τα μάτια, μπήκε μέσα στους πόρους μου, ελευθέρωσε όλο μου το είναι», λέει, μεταξύ άλλων, ο Χένρι Μίλερ, στον «Κολοσσό του Μαρουσιού», το υπερβατικό ερωτικό του γράμμα στην Ελλάδα.

Ανάλογο ενθουσιασμό μπορούμε να βρούμε στις επιστολές της Βιρτζίνια Γουλφ από το ταξίδι της στην Ελλάδα το 1932. «H Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου. (…) Οι άνθρωποι είναι οι πιο συμπαθητικοί που γνώρισα ποτέ. Όλοι χαμογελάνε. Η θάλασσα ήταν παντού ολόγυρά μας στο Ναύπλιο – τα κύματα έγλειφαν το μπαλκόνι μου και εγώ κοίταζα κάτω τις καρδιές των ψαριών. (…) Κρυστάλλινη θάλασσα και πεντακάθαρη άμμος είναι σχεδόν το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο –εσύ ξέρεις πόσες φορές το ’χω πει αυτό– πρόσθεσε και γριές με τα κοφίνια τους. Χτες λοιπόν βουτήξαμε στη θάλασσα και κολυμπήσαμε στο Αιγαίο, με αχινούς και ανεμώνες – όλα είχαν μεταμορφωθεί, κόκκινα και κίτρινα κυμάτιζαν κάτω απ’ τα πόδια μας (…) Κι ύστερα σήκωσα το κεφάλι μου και είδα τα βουνά πέρα απ’ τη θάλασσα, σαν λάμες μαχαιριών, χρωματιστά, και τη θάλασσα ήρεμη. Ένιωσα σαν ένα μαχαίρι να έξυσε ένα αμβλύ όργανο που υπήρχε μέσα μου, γιατί δεν μπορούσα να βρω κανένα ψεγάδι σ’ αυτή τη λυγερή, αθλητική ομορφιά, τη βουτηγμένη στο χρώμα χωρίς να είναι ψυχρή, χωρίς ίχνος χυδαιότητας, αλλά πανάρχαια από ανθρώπινη ζωή…»

Τόσο καλογραμμένοι ύμνοι μάς δίνουν ελπίδα και –δεν μπορεί– αναμοχλεύουν και την εθνική περηφάνια, τον τοπικισμό, μας κολακεύουν. Ταυτόχρονα μας κάνουν να στεκόμαστε λίγο αμήχανοι. Όταν ακούς τόσους επαίνους –όσο ειλικρινείς κι αν είναι–, αναρωτιέσαι με κάποιο είδος ντροπής πώς είναι δυνατόν να ανταποκριθείς. Η εκτίμηση καμιά φορά δημιουργεί αβάσταχτη ευθύνη. Παραδόξως όχι και τόσο διαφορετική από αυτήν που μας έχει αφήσει η αρχαιολατρία αιώνων. Χρειαζόμαστε μια δική μας φωνή για να μας προσγειώσει:

«Οι μακρόσυρτες επισκέψεις, οι παρατεταμένες συναντήσεις, οι μεταθέσεις των ραντεβού, οι  παρακάμψεις του πρωτοκόλλου επιτρέπονται – ή ακόμα επιβάλλονται στην Ελλάδα, αλλά είναι ανήκουστες “αλλού”. Για παράδειγμα, σε φιλικά σπίτια “αλλού” δεν μπορώ να ανοίγω το ψυγείο και να κοιτάζω μέσα μήπως υπάρχει κάτι που με ενδιαφέρει·· αυτό το χούι έχει σοκάρει πολλούς Γάλλους και άλλους τόσους Αμερικανούς, αλλά κανέναν Έλληνα. (…)

Η ζωή μου προχωρεί μαζί με τη φιλία, με τις παρέες· συχνά, όταν χώνω, όπως είπα, το κεφάλι μου μέσα στα ξένα ψυγεία, ψάχνοντας για γλυκά και παγωμένες βότκες, μου προσφέρεται όλο το περιεχόμενο του ψυγείου: φεύγω από σπίτια συγγενών και φίλων φορτωμένη τάπερ με γεμιστά.· “Θα σας επιστρέψω το τάπερ, παιδιά”, λέω·· δεν το επιστρέφω ποτέ, κανείς δεν περιμένει να το επιστρέψω. Γι’ αυτό έπρεπε να γυρίσω στην Ελλάδα, γι’ αυτό δεν φεύγω ποτέ οριστικά.» **

*Βιρτζίνια Γουλφ, Ελλάδα και Μάης μαζί!, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, εκδ. ύψιλον
**Σώτη Τριανταφύλλου, Ο χρόνος πάλι, εκδ.Πατάκη