ΤΑΞΙΔΙΑ

Μοντέρνοι καιροί

monternoi-kairoi

Σήμερα που οι πανέξυπνες συσκευές αποτελούν προέκταση του χεριού μας, τι άλλο μένει να κάνουμε με τα χέρια μας; Αν εξαιρέσουμε δηλαδή το ατελείωτο χαϊδολόγημα των κάθε λογής οθονών. Τουλάχιστον, με τόση εξάσκηση στα πληκτρολόγια, έχουμε αποκτήσει τη δέουσα ταχύτητα αποφυγής της όποιας επαπειλούμενης χειραψίας;

Τις προάλλες είχα μια επαγγελματική συνάντηση με μια σεβάσμια κυρία. Παρότι κοντά στα ογδόντα, έσφυζε από δυναμισμό και ενέργεια. Με καλημέρισε και κούνησα κι εγώ σεβαστικά το κεφάλι. Περιμέναμε τη βοηθό της, η οποία φτάνοντας άπλωσε το χέρι της να με χαιρετήσει. Το έπιασα αυθόρμητα και παγώσαμε και οι δύο από τρόμο. Εκείνη άρχισε να απολογείται αμήχανη, εγώ να σκαλίζω διακριτικά το σακίδιό μου για αντισηπτικό. «Μα τι χαζομάρες είναι αυτές;» μας πρόγκηξε η κυρία. «Πιάνουμε διαρκώς τα πάντα γύρω μας, τριβόμαστε κάθε τρεις και λίγο με αντισηπτικά και δεν μπορούμε να αγγίζουμε τους ανθρώπους; Η χειραψία είναι εξαιρετικά σημαντική! Πώς θα προσεγγίσουμε τον απέναντι; Με κλοτσιές κι αγκωνιές; Αυτά δεν είναι χαιρετισμοί, αυτά είναι σπρωξιές! Σαν να θέλουμε να τον διώξουμε τον άλλο!»

Η χειραψία έχει μακραίωνη παράδοση. Συναντάμε απεικονίσεις της ήδη από τον 9ο αιώνα π.Χ., σε ασσυριακά ανάγλυφα. Η ευνόητη ερμηνεία είναι πως αρχικά επρόκειτο για μια χειρονομία καθησυχασμού και εξευμενισμού: αντίπαλοι πρόσφεραν το χέρι με το οποίο κρατούσαν το όπλο, προκειμένου να αποδείξουν τις ειρηνικές τους προθέσεις. Κάποιοι το πάνε ακόμη πιο μακριά, θεωρώντας πως η ανοδική και καθοδική κίνηση χεριών στη χειραψία απέκλειε το ενδεχόμενο να κρύβεται κάποιο όπλο στα μανίκια. Ακόμα κι έτσι, πάντως, το χρησμοθηρικό νόημά της πρέπει να είχε ήδη χαθεί από τον 5ο αιώνα π.Χ., όπως βλέπουμε στις «δεξιώσεις», τις χειραψίες αποχαιρετισμού με τους αγαπημένους νεκρούς που απεικονίζονται στα επιτύμβια αρχαιοελληνικά ανάγλυφα. Ήταν μια συμβολική χειρονομία αγάπης. Πατεράδες αποχαιρετούν τους γιους που έχασαν στον πόλεμο, μωρά τις μανάδες που χάθηκαν από αρρώστιες, ζευγάρια σφίγγουν τα χέρια πριν τους χωρίσει ο θάνατος. Το λαξεμένο μάρμαρο συγκρατεί την τελευταία χειρονομία του έρωτά τους.

«Τι, επιτέλους, συνέβη στον έρωτα;» αναρωτιέται η Κατερίνα Γρέγου, επιμελήτρια της έκθεσης «Modern Love: η αγάπη στα χρόνια των ψυχρών οικειοτήτων», που εγκαινιάστηκε αυτές τις μέρες στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας*. Η έκθεση έχει μια προφανή επικαιρότητα, αλλά δεν προγραμματίστηκε ευκαιριακά ως «αντίδραση» στην καραντίνα. Ο σχεδιασμός της ξεκίνησε το 2018, πριν οι «οικειότητές» μας περάσουν στο νέο πλαίσιο ψυχρότητας που επέβαλε η Covid-19. «Η έκθεση δεν μιλάει γενικώς περί έρωτος», λέει η Γρέγου. «Ασχολείται με τον έρωτα στην εποχή μας, την εποχή του διαδικτύου, των κοινωνικών δικτύων, του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης». Ασχολείται με τον έρωτα σε μια εποχή που το θέμα μοιάζει ελαφρώς ξεπερασμένο, κάπως σαχλό, κατάλληλο περισσότερο για σαπουνόπερες και φθηνά ρομάντσα παρά για σοβαρή τέχνη και διανόηση. Ένας διανοητής πάντως που δεν φοβήθηκε να «λερώσει» τα χέρια του με τους έρωτες ήταν ο Γάλλος φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού. Το 2009 κυκλοφόρησε το βιβλίο του με τίτλο «Εγκώμιο για τον έρωτα», ένα από τα κείμενα αναφοράς της έκθεσης.

Ο Μπαντιού διακρίνει τρεις ξεχωριστές φιλοσοφικές αντιλήψεις για τον έρωτα: τη ρομαντική, που επικεντρώνεται στην έκσταση της συνάντησης, την εμπορική-νομική, που αντιμετωπίζει τον έρωτα ως συμβόλαιο, και τη σκεπτικιστική, που θεωρεί τον έρωτα αυταπάτη. Ο ίδιος δεν ενστερνίζεται καμιά από αυτές και προτείνει μια διαφορετική θεώρηση: Ο έρωτας είναι μια κατασκευή αλήθειας. «Αλήθεια σε σχέση με τι; θα ρωτήσετε. Ε, λοιπόν, αλήθεια αναφορικά με ένα πολύ ιδιαίτερο σημείο: Τι είναι ο κόσμος όταν αποκτάμε την εμπειρία του με βάση το δύο και όχι το ένα; Τι είναι ο κόσμος όταν τον εξετάζουμε, τον οργανώνουμε και τον βιώνουμε με βάση τη διαφορά και όχι με βάση την ταυτότητα; Θεωρώ ότι αυτό είναι ο έρωτας. […] Είναι μια υπαρξιακή πρόταση: Η κατασκευή ενός κόσμου από μια έκκεντρη σκοπιά απέναντι στην απλή ενόρμηση επιβίωσής μου ή στο καλά υπολογισμένο συμφέρον».**

Και από μια έκκεντρη σκοπιά ας ξαναγυρίσουμε στα κινητά και στα χέρια, μέσω της ποίησης:

Μήνυμα
Φροντίζω το κινητό τώρα
σαν πληγωμένο πουλί.
Μηνύματα, μηνύματα, μηνύματα
γεμάτα με τις βαρυσήμαντες λέξεις μας.
Διαβάζω πάλι το πρώτο,
το δεύτερο, το τρίτο,
αναζητώντας τα μικρά σου xx,
νιώθοντας παράλογη.
Οι κώδικες που στέλνουμε
φτάνουν με σπασμένη χορδή.
Προσπαθώ να φανταστώ τα χέρια σου,
η εικόνα τους είναι θολή.
Τίποτε απ’ όσα οι αντίχειρές μου πατούν
δεν θ’ ακουστεί ποτέ.***

* freiburg.de/pb/,Len/1558993.html
** Alain Badiou, «Εγκώμιο για τον έρωτα», μτφ. Φ. Σιατίτσας, Δ. Βεργέτης, Εκδόσεις Πατάκη
*** Carol Ann Duffy, από την «Ανθολογία ερωτικής ποίησης», μτφ. Χάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Πατάκη