ΤΑΞΙΔΙΑ

Πώς μυρίζουν τα ταξίδια; (Μέρος πρώτο)

Σας μυρίζει κάτι πίσω από τη μάσκα; Η αίσθηση της όσφρησης φαίνεται να υφίσταται σε δύο χρόνους: στον παροντικό φυσικά, αλλά κυρίως στον παρελθοντικό. Οι μυρωδιές μάς ταξιδεύουν άμεσα σε χρόνους και τόπους μακρινούς.

Από πείσμα, τεμπελιά ή ανεδαφική αισιοδοξία είχαμε παρατήσει μια τσάντα θαλάσσης στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου. Εν μέσω καταιγίδας, αποδέχτηκα πως δεν θα τη χρησιμοποιούσαμε άλλο φέτος. Καθώς μετέφερα στην αποθήκη τα ξεχασμένα μαγιό και τα γυαλιά θαλάσσης, μου ήρθε μυρωδιά αντηλιακού και αλμύρας. Αυτομάτως μεταφέρθηκα στο ελληνικό καλοκαίρι και στις παιδικές μου αναμνήσεις: ζεσταμένη άμμος, ιδρώτας, κατσίκια, κοπριά, ξερά, πατημένα χόρτα, σταφύλια, ντομάτα, μπουγάδα στον ήλιο, θυμάρι. Αλλά και η Αθήνα μύριζε διαφορετικά τότε: καυσαέριο, τσιγάρα με καπνό Αγρινίου, ελληνικό καφέ, λιακάδα, πάστα φλόρα, τηγανητές μαρίδες, νεραντζιές, σκόνη, γομολάστιχα, παστό μπακαλιάρο.

«Μια γλυκιά απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την αιτία της. Μου είχε ξαφνικά κάνει τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες, ακίνδυνες τις καταστροφές της, ανύπαρκτη τη συντομία της, με τον ίδιο τρόπο που επενεργεί ο έρωτας, πλημμυρίζοντάς με με μια πολύτιμη ουσία: ή μάλλον η ουσία αυτή δεν ήταν μέσα μου, ήμουν εγώ. Είχα πάψει να νιώθω τον εαυτό μου μέτριο, τυχαίο, θνητό. Από πού μπορούσε να έρχεται αυτή η έντονη χαρά;» αναρωτιέται ο Μαρσέλ Προυστ στις πρώτες σελίδες του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο»*. Είναι η στιγμή που η μυρωδιά του τσαγιού και του περίφημου μικρού γλυκού –της μαντλέν– με το οποίο το συνοδεύει τον γυρίζει πίσω, στο φανταστικό Κομπραί της παιδικής του ηλικίας. 

Η όσφρηση είναι η μόνη αίσθηση που είναι άμεσα συνδεδεμένη με το συναίσθημα και τη μνήμη. «Μια μυρωδιά μπορεί να είναι υπερβολικά νοσταλγική, γιατί κινητοποιεί έντονες εικόνες και συναισθήματα πριν προλάβουμε να τα επεξεργαστούμε. Όταν χαρίζουμε άρωμα σε κάποιον, του προσφέρουμε μνήμη σε υγρή μορφή. […] Κάθε μέρα παίρνουμε περίπου 23.000 εισπνοές και μετακινούμε 12.000 κυβικά μέτρα αέρα. Χρειαζόμαστε περίπου πέντε δευτερόλεπτα για κάθε αναπνοή –δύο για την εισπνοή και τρία για την εκπνοή– και σε αυτό το διάστημα τα οσφρητικά μόρια πλημμυρίζουν το σύστημά μας. Εισπνέοντας και εκπνέοντας αντιλαμβανόμαστε τις οσμές. Ζούμε κάτω από μια συνεχή νεροποντή οσμών», γράφει η Ντάιαν Άκερμαν στη «Φυσική ιστορία των αισθήσεων».

Κάπως έτσι το παρουσιάζει και ο Ζαν Μπατίστ Γκρενούιγ, ο σκοτεινός ήρωας του «Αρώματος» του Πάτρικ Ζίσκιντ, πριν επιδοθεί στα ανατριχιαστικά του πειράματα. 

«Γιατί οι άνθρωποι μπορούσαν να κλείσουν τα μάτια τους μπροστά στο μεγαλόπρεπο και το τρομερό ή το όμορφο, μπορούσαν να κλείσουν τ’ αυτιά τους στις μελωδίες και στα μαυλιστικά λόγια. Αλλά δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τις μυρωδιές. Η μυρωδιά ήταν αδερφή της αναπνοής. Έμπαινε μέσα στους ανθρώπους μαζί με τον αέρα που ανάσαιναν κι εκείνοι δεν είχαν τρόπο να την αποφύγουν, όσο ζούσαν. Η μυρωδιά έμπαινε μέσα τους, ίσια στην καρδιά τους, κι αποφάσιζε κατηγορηματικά για τη συμπάθεια ή την περιφρόνηση, για την αηδία ή τον πόθο, για την αγάπη και το μίσος». Ο Γκρενούιγ έρχεται στη ζωή πεταμένος κάτω από έναν πάγκο με σάπια ψάρια στο Παρίσι του 18ου αιώνα, ένα Παρίσι που σύμφωνα με τον συγγραφέα έζεχνε αφόρητα: «Από τα καμίνια μύριζε το θειάφι, από τα ταμπάκικα βρομούσαν τα οξέα, απ’ τα σφαγεία ξεχυνόταν η μυρωδιά του χυμένου αίματος».**

Μμμμ, έτσι μύριζε κάποτε η Ευρώπη λοιπόν; Στο ερώτημα καλείται να απαντήσει το νέο ερευνητικό πρόγραμμα «Odeuropa». Μια ομάδα ιστορικών, χημικών, ιστορικών τέχνης, μουσειολόγων, προγραμματιστών ερευνά συλλογές εντύπων και εικόνων από βιβλιοθήκες, μουσεία και αρχεία προκειμένου να εντοπίσει αναφορές σε μυρωδιές και αρώματα στην Ευρώπη από τον 16ο έως τον 20ό αιώνα. Τα δεδομένα θα δημοσιευτούν διαδικτυακά σε μια Εγκυκλοπαίδεια της Οσφρητικής Κληρονομιάς, όπου θα περιγράφονται αναλυτικά τα οσφρητικά τοπία των ευρωπαϊκών πόλεων. Κάποιες από τις οσμές θα αναπαραχθούν και θα διατηρηθούν, θα χρησιμοποιηθούν σε εκθέσεις, θα συνδυαστούν με έργα ζωγραφικής που απεικονίζουν παρόμοια θέματα. 

Η όσφρηση έγινε ιδιαίτερα επίκαιρη αυτή την περίοδο, είτε επειδή μάθαμε πως ένα από τα πρώτα σημάδια προσβολής από τον κορωνοϊό είναι η ανοσμία είτε επειδή κυκλοφορούμε με τις μύτες διαρκώς καλυμμένες. Τώρα που μας λείπουν τα ταξίδια, χρειαζόμαστε τις οσφρητικές αναμνήσεις περισσότερο από ποτέ. Δεν θα ήταν διασκεδαστικό να μοιραζόμαστε με τους φίλους μας τις μυρωδιές από τα ταξίδια μας αντί για ερασιτεχνικά βίντεο και πληκτικά ενσταντανέ; 

Όσο καθόμαστε σπίτι, μπορούμε να αναπολήσουμε το Παρίσι ως κονιάκ, βούτυρο, φρεσκοψημένη μπαγκέτα, λουλούδια, αμμωνία. Το Λονδίνο ως καπνό πίπας, εξατμίσεις, χλιαρή μπίρα, βροχή, βρεγμένο μάλλινο ύφασμα. Τη Ρώμη ως άνθη πορτοκαλιάς, χυμένο κρασί, ζεσταμένα στον ήλιο μάρμαρα, σιγοβρασμένη ντομάτα, καυσαέριο. Το Βερολίνο ως φουντούκι, ξινό λάχανο, χοιρινό λίπος, όζον, άνθη φιλύρας. Και ας ελπίσουμε πως το 2021 δεν θα μυρίζει σαν το 2020: αντισηπτικό, οινόπνευμα, χλωρίνη και ανακυκλωμένη αναπνοή κάτω από μάσκες.

*Μαρσέλ Προυστ, «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», μτφ. Παύλος Ζάννας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, IFA
**Πάτρικ Ζίσκιντ, «Το άρωμα», μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ψυχογιός