ΤΑΞΙΔΙΑ

«Ωριμάζοντας γινόμαστε όλο και νεότεροι»*

«Νέοι και γέροι υπάρχουν τελικά μόνο μεταξύ των μέτριων ανθρώπων. Όλοι οι προικισμένοι και πιο ξεχωριστοί άνθρωποι είναι πότε γέροι και πότε νέοι, έτσι όπως είναι πότε χαρούμενοι και πότε λυπημένοι», μας λέει ένας συγγραφέας που κατάφερε να γεράσει με μεγάλη επιτυχία, ο Έρμαν Έσσε.

«Ωριμάζοντας γινόμαστε όλο και νεότεροι»*

Περπατώντας το Σαββατοκύριακο στο Κέντρο, άρχισα να φτιάχνω λίστες: χασούρες και κέρδη του περασμένου έτους, επιδιώξεις για το φετινό, τέτοια πράγματα. Αργότερα, καθώς η θερμοκρασία έπεφτε κι άλλο και η πόλη ερήμωνε, το έριξα στη νοσταλγία: τι μου έχει λείψει περισσότερο αυτή τη χρονιά της κλεισούρας; Τα ταξίδια, φυσικά, οι μπάρες στα πολύβουα μπαρ, τα εγκαίνια στις γκαλερί, τα ασφυκτικά γεμάτα σινεμά, η απενοχοποιημένη λαθρανάγνωση διαρκείας στα βιβλιοπωλεία, τα πάρτι, οι γέροι στα καφενεία. Οι γέροι στα καφενεία; Πώς μου ’ρθε αυτό; Τι έπαθα με τα τουριστικά κλισέ; Συνειδητοποίησα πως ακριβώς αυτή η καρτποσταλική εικόνα των γέρων σε τραπεζάκια καφενείων ανά την επικράτεια όντως μου έχει λείψει. Αλλά και οι λιγότερο γραφικές εκδοχές της. Ηλικιωμένες παρέες στα καφέ του κέντρου, μοναχικοί αναγνώστες κρυμμένοι πίσω από τις εφημερίδες τους, κυρίες που επιμένουν στο τσάι με φιλενάδες, υπό εξαφάνιση βετεράνοι ταβλαδόροι. Πού πήγαν οι ηλικιωμένοι;

Ο συγγραφέας Ντάνιελ Κλάιν** ταξίδεψε το 2012 από το σπίτι του στη Μασαχουσέττη μέχρι την  Ύδρα, προκειμένου να συναναστραφεί τους γέρους των καφενείων. «Επέστρεψα σε αυτό το ελληνικό νησί για μια προσωπική αναζήτηση: είμαι κι εγώ ένας γέρος άντρας –εβδομήντα τριών ετών– και θέλω να ανακαλύψω τον πιο ικανοποιητικό τρόπο για να ζήσω αυτό το στάδιο της ζωής μου. Τα γεροντάκια της  Ύδρας μού φαίνονταν πάντοτε ασυνήθιστα ευχαριστημένα».

Ένας φίλος μας –παρά κάτι μηνών ενενήντα– μας έστειλε προχθές μια φωτογραφία. Μόλις είχε κάνει το εμβόλιο και η μάσκα δεν κατόρθωνε να κρύψει το χαμόγελο. Χαμόγελο παιχνιδιάρικο, παιδικό. Είδα και τη μάνα μου τις προάλλες, που προσήλθε με κοριτσίστικη ανυπομονησία στο Παίδων για τον ίδιο σκοπό. Δεν τα πολυκαταλάβαινα αυτά τα κέφια των ηλικιωμένων. Όπως δεν καταλάβαινα και πέρυσι τέτοια εποχή τον φόβο τους για την πανδημία. Με τη δυσκοίλια προσέγγιση της μέσης ηλικίας (ούτε καν τη δικαιολογία της υπεροπτικής νεότητας δεν είχα), θεωρούσα πως στην ηλικία τους θα έπρεπε να έχεις ξεμπερδέψει με φόβους και ελπίδες. Αλλά δεν ήταν τόσο το ενδεχόμενο του θανάτου που τους φόβιζε, ήταν το στένεμα της ζωής, η περιστολή της καθημερινότητας, η απώλεια της ελευθερίας – ακόμη κι αν ελευθερία ήταν μια βόλτα μέχρι την πλατεία, ένα βράδυ σε ταβέρνα ή ένα μισάωρο τρυφερής ανοχής των εγγονιών τους.

«Ο πατέρας μου, που έζησε έως τα ενενήντα τέσσερα, έλεγε συχνά πως τα ογδόντα ήταν μία από τις πιο ευχάριστες δεκαετίες της ζωής του. Στα ογδόντα κάποιος έχει μακρά εμπειρία της ύπαρξης, όχι μόνο της δικής του, αλλά και των άλλων. Έχει δει θριάμβους και τραγωδίες, εκρήξεις και καταρρεύσεις, επαναστάσεις και πολέμους, σπουδαία επιτεύγματα και βαθιές ασάφειες. Έχει δει να θεμελιώνονται μεγαλόπνοες θεωρίες μόνο και μόνο για να κατακρημνιστούν από τα πεισματάρικα γεγονότα. Έχει συνείδηση του εφήμερου της ύπαρξης, αλλά, ίσως, και της ομορφιάς της. Στα ογδόντα κάποιος μπορεί να έχει μια σφαιρική εικόνα της ιστορίας, ζωντανή και εμπειρική, με τρόπο αδύνατο για τους νεότερους. Ξέρω, νιώθω στα κόκαλά μου τι σημαίνει ένας αιώνας, κάτι που δεν μπορούσα στα σαράντα μου ή στα εξήντα μου. Δεν σκέφτομαι τα γηρατειά ως μια μουντή περίοδο διαρκείας που πρέπει κάποιος να υπομείνει, αλλά ως μια περίοδο σχόλης και ελευθερίας», γράφει ο νευρολόγος Όλιβερ Σακς σε μια συλλογή δοκιμίων με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ευγνωμοσύνη» – και δεν μίλαγε εκ του ασφαλούς. Ήταν ογδόντα τότε και μόλις είχε διαγνωστεί με καρκίνο τελικού σταδίου. «Δεν παριστάνω πως δεν φοβάμαι», συνεχίζει. «Αλλά το κυρίαρχο αίσθημα είναι η ευγνωμοσύνη. Αγάπησα και αγαπήθηκα, μου δόθηκαν πολλά και έδωσα κάτι πίσω, διάβασα και ταξίδεψα, και στοχάστηκα, και έγραψα. […] Πάνω από όλα υπήρξα ένα ον που αισθάνεται, ένα σκεπτόμενο ζώο σε αυτόν τον όμορφο πλανήτη, και αυτό και μόνο αποτελεί τεράστιο προνόμιο και περιπέτεια».

Σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου του, ο Ντάνιελ Κλάιν καταπιάνεται με το παιχνίδι, θυμάται το κέφι με το οποίο μια παρέα ηλικιωμένων Γάλλων έπαιζε πετάνκ, τα τραγούδια με τα οποία γέροι και παιδιά στην Ισπανία μάζευαν τα αμύγδαλα και το ζεϊμπέκικο κάποιων γέρων Υδραίων στη διάρκεια της δικτατορίας, την πιο παθιασμένη μορφή «εκστατικού παιχνιδιού» που είχε δει, όπως λέει. «Κατανόησα πλήρως τι εννοούσε ο Πλάτωνας λέγοντας ότι το παιχνίδι μετέχει στη θεϊκή φύση. Ένα διάσημο χωρίο από τους “Νόμους”, το οποίο αναφέρεται στο παιχνίδι, λέει: “Ο άνθρωπος είναι ένα παιχνίδι του Θεού, κι αυτό συνιστά το καλύτερο κομμάτι της φύσης του… Γι’ αυτό κάθε άνθρωπος πρέπει να ζει σύμφωνα με αυτή την αλήθεια και να παίζει τα ευγενέστερα παιχνίδια… Ποιος λοιπόν είναι ο σωστός τρόπος ζωής; Τη ζωή πρέπει να τη ζει κανείς ως παιχνίδι». Και κάπως έτσι κατάλαβα επιτέλους το χαμόγελο του ενενηντάχρονου φίλου μας και την παιχνιδιάρικη διάθεση της μάνας μου. Γιατί τι άλλο κάνουμε όλοι μας από τη μέρα που γεννιόμαστε; Ταξιδεύουμε στη ζωή και παίζουμε με τον θάνατο και, όσο τον ξεγελάμε, το απολαμβάνουμε και γελάμε περιπαικτικά.

* Έρμαν Έσσε, «Ωριμάζοντας γινόμαστε όλο και νεότεροι», μτφ. Γ. Λαγουδάκου, Εκδόσεις Καστανιώτη
**Ντάνιελ Κλάιν, «Ταξίδια με τον Επίκουρο», μτφ. Π. Γεωργίου, Εκδόσεις Πατάκη