ΠΟΛΗ

Με την πνοή της Βιέννης σε μια άκρη της Κυψέλης

dsc05765

Ενα κτίριο που μπορεί να είχα προσπεράσει αν ήμουν διαβάτης στην οδό Κυψέλης το 1952, απέσπασε τώρα το βλέμμα μου και επιβράδυνε το βήμα μου. Λαμπύριζε στην απέναντι γωνία, σε εκείνο το αργυρόλευκο χρώμα του, λερωμένο από τον χρόνο, σκοτεινιασμένο από την αχρησία. Στάθηκα να το δω, να το ζυγίσω με το μάτι, να το νιώσω, να το αισθανθώ ζωντανό. Ξεχώριζε σαν ένα αστικό κοχύλι, και έμοιαζε τυλιγμένο σε μια πηχτή σιωπή, σαν θερμή πάχνη. Ηταν ένα σπίτι της Κυψέλης, που εμφανίστηκε εμπρός μου.

Αυτό το σπίτι, πολυφωτογραφημένο λόγω της θέσης του, Κυψέλης 68 και Ευβοίας, θα το είχα προσπεράσει πριν από 70 χρόνια, αν μετά τον πόλεμο, βάδιζα βιαστικά στην Κυψέλης. Θα υπήρχαν μερικές μοντέρνες πολυκατοικίες, όπως στη γωνία με την οδό Κιμώλου (πάνω από την πλατεία του Αγίου Γεωργίου), με τα καμπυλωτά έρκερ, που θύμιζαν Πατριάρχου Ιωακείμ και Πατησίων, θα υπήρχε το σπίτι του Κανάρη, θα υπήρχαν όμως και πολλά, πάμπολλα, διώροφα σαν αυτό που τώρα είχε αγκιστρώσει το βλέμμα μου. Αν ήμουν ένας διαβάτης του 1952, θα το είχα μετρήσει σαν ένα από τα πολλά, ωραία αλλά προφανή, ευγενή αλλά αυτονόητα, σπίτια της Κυψέλης.

Τώρα, όμως, που έχουν μείνει λίγα από την ηρωική εποχή της πρώτης πυκνής ανοικοδόμησης της Κυψέλης, από το 1923 ώς το 1940, για να δώσω μια αίσθηση εποχής, ήταν ένα σπίτι ξεχωριστό που μου πρόσφερε εκείνη τη θεάρεστη καταφυγή στις σπηλαιώδεις αναγνώσεις της πόλης. Το προσέγγισα σαν ένα σπάνιο είδος, ενδημικό της περιοχής, που είχα την τύχη να συναντήσω, και να το σεβαστώ στη γη που το γέννησε. Σκέφτηκα όσα είχα μάθει από τον αρχιτέκτονα Μάνο Μπίρη γι’ αυτήν την ιδιάζουσα αρχιτεκτονική ανάμεσα στον κλασικισμό και τον μοντερνισμό, για εκείνη την αστείρευτη ρυθμολογική άσκηση από αρχιτέκτονες και εμπειροτεχνίτες, που συνταίριαζαν στυλ και επιρροές, αναζητώντας τη μορφή. Να, αυτό το μικρό παλατάκι, Κυψέλης και Ευβοίας, χτισμένο στη δεκαετία του ’20, ήταν η συνοικιακή εκδοχή του Jugendstil. Ολα αυτά τα νεωτερικά ρεύματα της Μεσευρώπης έρχονταν φιλτραρισμένα, σαν ελεύθερες κορδέλες, και ξαναδένονταν στα σπίτια της Αθήνας. Ορισμένα ήταν συμβατά με τον εξπρεσιονισμό της Κεντρικής Ευρώπης, ήταν δηλαδή αντι-κλασικά, διατηρούσαν όμως εκείνη την αγάπη στη μορφή, μέσα από διαρκείς κύκλους άρνησης στυλιζαρίσματος και μέσα από αέναες απόπειρες επαναγραφών.

Πόση ομορφιά νιώθει κανείς μπροστά σε αυτήν τη διπλοκατοικία της Κυψέλης. Οι δυο εξώθυρες πλάι-πλάι, και οι παραστάδες, αυτοί οι σμιλεμένοι ψευδοκίονες, που αρχίζουν από τη βάση, και γραμμωμένες, συνεχίζουν ώς τη στέψη και εκεί ανοίγουν σαν ένα δέντρο μιας αφαιρετικής αρ νουβώ. Και στον όροφο, έρχεται και κουμπώνει η φρίζα με τα κοσμήματα, μπιζουτερί πάνω στον σοβά, με σφραγίδες και μνήμες της «αποσχιστικής» Βιέννης. Και με όλες εκείνες τις γεωμετρικές συνθέσεις κάτω από τα παράθυρα, απευθείας από τα αρχιτεκτονικά φιγουρίνια της Jugendstil, σαν απόηχος ενός κόσμου που είχε ήδη αποκαθηλωθεί. Στα μπαλκόνια, σειρά τα ανθέμια. Τα παρατηρώ. Πόσο διαφορετικά από εκείνα των νεοκλασικών σπιτιών, εδώ υπάρχει μεταγραφή από τη Βιέννη του 1900, του Οττο Βάγκνερ και του Αλόις Λούντβιχ, στην εκδοχή και το μικροκλίμα της Κυψέλης. Από μόνο του, το φαινόμενο αυτό υποβάλλει. Με γεμίζει σκέψεις, και όσες φορές και αν συναντήσω την ελεύθερη συνομιλία της αθηναϊκής συνοικίας με τα καινοτόμα ρεύματα της Μεσευρώπης, κάθε φορά το ίδιο δέος θα νιώσω. Σχεδόν έκσταση.

Είναι αυτή η στιγμή του αθηναϊκού μεσοπολέμου, εκεί, Κυψέλης και Ευβοίας. Κάποιες προγενέστερες μνήμες του κλασικισμού, ως διάρθρωση και επιρροή επιζούν. Αλλά το σπίτι αυτό έχει ήδη ενσαρκώσει τη ρήξη. Είναι ένα βήμα μπροστά.