ΠΟΛΗ

Οταν η οδός Αναξαγόρα είχε οικογενειακή ζωή

anaxagora1

Σ​​την οδό Σωκράτους, κάτω από την Ομόνοια, έφτασα έχοντας μια διεύθυνση στα χέρια. Ενιωθα σαν επαρχιώτης του ’60, που ερχόταν στην Αθήνα με τη «σύσταση» γραμμένη σε ένα χαρτάκι. Παρότι τη Σωκράτους την είχα στο πετσί μου, έπειτα από τόσα χρόνια στα παλιά γραφεία της «Καθημερινής», δεν θυμόμουν το παλιό σπίτι, μερικά τετράγωνα πιο κάτω, στη γωνία με την οδό Αναξαγόρα.

Γι’ αυτό και είχα αγωνία όσο πλησίαζα. Την οδό Αναξαγόρα την είχα συνδυάσει τα τελευταία χρόνια με το «Ρομάντσο», τη θερμοκοιτίδα ιδεών και πολιτιστικό κέντρο, στο ίδιο κτίριο των παλιών εκδόσεων Θεοφανίδη με τα θρυλικά, λαϊκά περιοδικά. Εμειναν οι πανέμορφες επιγραφές, σύμβολα της ποπ κουλτούρας της Αθήνας του 1960.

Πλησίαζα και γινόμουν κομμάτι αυτής της μείξης ανθρώπων, ιδεών και εμπορευμάτων, που σφραγίζει την περιοχή, έχοντας στον νου να εντοπίσω το σπίτι στη γωνία με την Αναξαγόρα. Ηξερα ότι ήταν το πατρικό του κ. Γιάννη Η. Ευαγγέλου, επίτιμου διευθυντή του ΙΚΑ, ο οποίος είχε την καλοσύνη να μου στείλει τις πνευματικές του εργασίες, που περιελάμβαναν και πληροφορίες για το πατρικό του.

Το είδα, σεμνό και ταλαιπωρημένο, αλλά ζωντανό. Διώροφο, με ένα παμπάλαιο σιδερένιο μπαλκόνι με μαρμάρινο φουρούσι, με αχνοκίτρινο σοβά, και μισάνοιχτα παράθυρα, έδινε την εντύπωση μιας πολυτάραχης διαδρομής που είχε τώρα αγκυροβολήσει. Στάθηκα απέναντι να το παρατηρώ. Στον πρώτο όροφο θα ήταν η κατοικία, και σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχα, εκεί, στον όροφο, έμενε την εποχή που γεννήθηκε (1926) ο Γ. Η. Ευαγγέλου, ο παππούς του Ιωάννης Κυπριανός, «παλαιός φωτογράφος της Αθήνας» μαζί με τις δύο από τις τρεις κόρες του και τις οικογένειές τους. Στον κάτω όροφο «έμενε ο ιδιοκτήτης, έμπορος φωτογραφικών ειδών, με την αδελφή του».

Αυτή ήταν η παλιά Αθήνα, πρόσμειξη κατοικίας και επαγγελματικής δραστηριότητας που κρατούσαν την πόλη σε μία διαρκή ώσμωση. Δεν ήξεραν τότε, ότι κοινωνιολόγοι της νέας πόλης, από το 1960 και μετά, θα έλεγαν, μετά την εμπειρία του κατακερματισμού των πόλεων σε ζώνες, ότι αυτή η μείξη στις χρήσεις κρατούσε τις πόλεις ζωντανές.

Και ενδιαφέρουσες, θα έλεγα, γεμάτες χυμούς. Κρατώ τη φράση που έχει γράψει ο κ. Γ. Η. Ευαγγέλου για το πατρικό του, ότι «μ’ ευχαρίστηση περνώ και το βλέπω να υπάρχει και σήμερα». Η όψη του σπιτιού αποκαλύπτει παλαιότητα που εκτείνεται πίσω πολύ. Η απλότητα της διακόσμησης μπορεί να είναι αποτέλεσμα της πολυκαιρίας και της έλλειψης φροντίδας, αλλά στον εξώστη διακρίνει κανείς την αυστηρότητα της εποχής γύρω στο 1860.

Αυτό που δεχόμουν ήταν η συγκίνηση από ένα λείψανο μιας ζωής που σαρώθηκε, επί της ουσίας με ελάχιστα ίχνη πίσω της. Αυτό το σπίτι μου θύμιζε μερικά υπεραιωνόβια δέντρα που επιζούν ως βουβοί μάρτυρες πολέμων, καταστροφών και αναγεννήσεων, με σοφία κρυπτικά χωνεμένη στους κύκλους του κορμού. Μου θύμιζε εκείνα τα παμπάλαια σπίτια που βλέπει κανείς σε πόλεις της βαθιάς Δύσης, ελαφρά γερμένα σε νεότερες κατασκευές, μάρτυρες ενός παρελθόντος χαμένου σε θρύλους.

Αυτό το σπίτι, βέβαια, της Σωκράτους δεν είναι τόσο παλιό και εκ πρώτης όψεως όχι τόσο γοητευτικό. Αν σταθεί όμως κανείς ως παρατηρητής, θα ακτινογραφήσει τις ιστορίες που έχει ανάμεσα στις πέτρες του και τους ξεφλουδισμένους σοβάδες. Σαν «δέντρο» της πόλης.