ΠΟΛΗ

Η φυλή τού «ένα λεπτό θα κάνω, ένα λεπτό»

car1

Ε​​​​να λεπτό το άφησα, δεν υπάρχει λόγος να το κάνετε θέμα», είπε η καλοντυμένη κυρία τη στιγμή που φόρτωνε στο πορτ μπαγκάζ σακούλες γνωστού καταστήματος καλλυντικών. Είχε κάνει τα ψώνια της και ήταν τόσο διασκεδαστική για την ίδια αυτή η διαδικασία που της φάνηκε ότι είχε περάσει μόλις ένα λεπτό. Για μένα πάλι, που περίμενα να επιστρέψει και να μετακινήσει το αυτοκίνητό της από την είσοδο του γκαράζ και ένιωθα σαν χύτρα έτοιμη να εκραγεί, τα 40 λεπτά αναμονής φάνηκαν βασανιστικά, ατελείωτα.

Είναι γνωστή αυτή η φυλή συμπολιτών μας. Που διπλοπαρκάρουν για ένα λεπτό, κλείνουν εισόδους γκαράζ για ένα λεπτό, ανεβαίνουν σε πεζοδρόμιο για ένα λεπτό. Πάντα για ένα λεπτό. Στην γκάμα δραστηριοτήτων τους μέσα στην πόλη είναι επίσης, το να αφήνουν το αυτοκίνητό τους σε ποδηλατολωρίδες. Και όχι μόνο για «ένα λεπτό» αλλά για ώρες, διότι στη δική τους λογική, το να μετακινείται κανείς με ποδήλατο δεν είναι κάτι που πρέπει να το παίρνουμε πολύ σοβαρά υπόψη. Στη δική τους λογική δεν χωρούν δρόμοι ειδικά διαμορφωμένοι για ποδήλατο, γιατί δεν είμαστε Ολλανδία – και δεν θα γίνουμε και ποτέ.

Πριν από λίγες μέρες, στο Facebook έγινε viral ένα video στο οποίο βλέπει κανείς ποδηλατόδρομο στο Μαρούσι, κατειλημμένο σχεδόν σε όλο του το μήκος από αυτοκίνητα. Τι κι αν ξοδεύτηκαν χρήματα, κοινοτικά ή των φορολογουμένων πολιτών. Είναι σαν να πετάχτηκαν σε μια μαύρη τρύπα. Ας μη μιλήσουμε για τις θέσεις ΑΜΕΑ. Αν κάποιος ξένος επισκεφθεί για πρώτη φορά την Αθήνα, μπορεί και να πιστέψει ότι σ’ αυτήν την πόλη δεν υπάρχουν άτομα με ειδικές ανάγκες. Σπάνια θα συναντήσει θέση που να μην έχει καταληφθεί από αυτοκίνητα ή δίκυκλα.

Πόσα «γράμματα από την πόλη» έχουν απευθυνθεί στις Αρχές, στους συμπολίτες μας, στην κυρία που παρατάει το αυτοκίνητό της όπου να ’ναι για να ψωνίσει σαμπουάν και αφρόλουτρα, στον οδηγό που καβαλάει το πεζοδρόμιο και θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι ο πεζός θα κάνει στην άκρη για να περάσει. Πολλά γράμματα. Οι παραλήπτες… ελάχιστοι. Κάτι κουρασμένοι, απογοητευμένοι, ξέπνοοι πολίτες, που σαν τη μύγα μες το γάλα, υπακούουν σε κανόνες ή τουλάχιστον δεν πιστεύουν ότι ολόκληρη η πόλη «γυρίζει» γύρω από τις δικές τους ανάγκες.