ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Λέον Μπότσταϊν: Ο Τραμπ πρέπει να φύγει με κάλπες

Λέον Μπότσταϊν: Ο Τραμπ πρέπει να φύγει με κάλπες

O Λέον Μπότσταϊν, ο μακροβιότερος πανεπιστημιακός πρόεδρος στις ΗΠΑ, είναι ένας περήφανος Αμερικανός. Γεννήθηκε στη Ζυρίχη αλλά μετακόμισε σε μικρή ηλικία στις Ηνωμένες Πολιτείες και διαπνέεται από τον πατριωτισμό του μετανάστη, του οποίου η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα πατρογονικά της εδάφη και βρήκε την ασφάλεια και την αποδοχή στη θετή του πατρίδα.

Είναι, όμως, παράλληλα βαθιά Ευρωπαίος στην κουλτούρα του. Ο παππούς του ήταν ο επικεφαλής ραββίνος της Μόσχας επί των ημερών του τελευταίου τσάρου («δεν ήταν μία εύκολη θέση», παρατηρεί). Οι γονείς του, γιατροί και οι δύο, έφυγαν από τη Ρωσία για την Πολωνία κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ των δύο χωρών, το 1921. Αργότερα, διέπρεψαν ως γιατροί στην Ελβετία, αλλά το ελβετικό κράτος δεν τους χορήγησε την ιθαγένεια. Μεγαλώνοντας, στο σπίτι του μιλούσαν ένα αμάλγαμα γίντις, γερμανικών, αγγλικών, ρωσικών και πολωνικών. Ως μουσικολόγος και μαέστρος –ήρθε στην Αθήνα για να διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών σε εκτελέσεις έργων του Σκαλκώτα και του Μητρόπουλου– , είναι λάτρης της κλασικής μουσικής. H βραχνή του φωνή, η φεντόρα του, η ενασχόλησή του με τον Φρόιντ και τον Βίτγκενσταϊν – όλα παραπέμπουν στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου παρά στη Νέα Υόρκη των ημερών του Ντόναλντ Τραμπ.

Στο rooftop εστιατόριο της «Μεγάλης Βρεταννίας», ενός ξενοδοχείου που έχει γίνει συχνά μάρτυρας αλλά και οικοδεσπότης της Ιστορίας, η συζήτηση με τον Μπότσταϊν ταξιδεύει ελεύθερα στον χώρο και στον χρόνο – από την αγάπη του για τον Θουκυδίδη ώς τα πολιτικά χαρίσματα της Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, της 29χρονης βουλευτού από τη Νέα Υόρκη.

Η αποδοχή του Αλλου

Επανερχόμαστε όμως ξανά και ξανά, με κάθε ευκαιρία, στο θεμελιακό ιδεώδες του δυτικού πολιτισμού –την ανεκτικότητα, την αποδοχή του Αλλου– και στους τρόπους με τους οποίους βρίσκεται σήμερα υπό απειλή.

Τον ρωτώ αν τον εξέπληξε η επανάκαμψη της ξενοφοβίας, του αντισημιτισμού και του αυταρχισμού σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία. Παρότι τονίζει ότι θα ήταν «πολύ αποτυχημένος προφήτης», γιατί δεν είναι καθόλου καλός στο να προβλέπει τις εξελίξεις, λέει ότι η οικογενειακή του εμπειρία τον βοήθησε να είναι πιο διορατικός απέναντι στο συγκεκριμένο φαινόμενο: «Ο πατέρας μου ήταν ο μοναδικός επιζών του Ολοκαυτώματος από την οικογένειά του. Η μητέρα μου έχασε τον μεγάλο της αδελφό στην εξέγερση στο γκέτο της Βαρσοβίας. Ο παππούς μου είδε την αδελφή του να αυτοκτονεί στο γκέτο». Ενα τέτοιο οικογενειακό ιστορικό δημιουργεί έναν υγιή σκεπτικισμό απέναντι σε βιαστικές διαπιστώσεις περί του τέλους της Ιστορίας.

Ο αγαπημένος στόχος της νέας γενιάς των εθνολαϊκιστών στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο ο Μπότσταϊν συνδέεται πολύ στενά: ο Τζορτζ Σόρος. Ο πρόεδρος του Bard είναι μέλος του Συμβουλίου Επιτρόπων του Open Society Insitute του ουγγρικής καταγωγής Αμερικανού δισεκατομμυριούχου και πρόεδρος του Συμβουλίου του Central European University (CEU), του αμερικανικού πανεπιστημίου που ίδρυσε ο Σόρος στη Βουδαπέστη. Ο συνδαιτυμόνας της «Κ» εξιστορεί τη θλιβερή περιπέτεια του CEU στα χρόνια του Βίκτορ Ορμπαν, η οποία οδήγησε τελικά στην απόφαση για μετεγκατάστασή του στη Βιέννη. Η ιδέα του Σόρος, εξηγεί ο Μπότσταϊν, ήταν να δημιουργηθεί ένα πανεπιστήμιο ανεξάρτητο από το κράτος, όπου θα μπορούσαν να εκπαιδευτούν άνθρωποι που θα στελέχωναν τη δημόσια διοίκηση της νέας, ελεύθερης Ουγγαρίας.

Αλλοι επιφανείς Αμερικανοεβραίοι ουγγρικής καταγωγής δεν κατανοούν γιατί ο Σόρος επιμένει να εστιάζει τη φιλανθρωπία του σε ένα μέρος «που τους φέρθηκε τόσο άσχημα», παρατηρεί.

«Ούτε δεκάρα»

Οταν ο Μπότσταϊν προσέγγισε τον Αντριου Γκρόουβ, συνιδρυτή της Intel, Αμερικανό εκ Βουδαπέστης, για να στηρίξει οικονομικά το CEU, ήταν κάθετος: «Δεν θα έδινα ούτε δεκάρα σε αυτό το μέρος». Ο Σόρος, αντιθέτως, σημειώνει ο πρόεδρος του Bard, έχει υπάρξει απίστευτα γενναιόδωρος προς τη χώρα στην οποία γεννήθηκε. «Κι αυτή είναι η ανταμοιβή του», καταλήγει με πικρία, αναφερόμενος στη στοχοποίησή του από το καθεστώς του Ορμπαν. «Τον έχουν μετατρέψει σε σύμβολο της διεθνούς εβραϊκής συνωμοσίας».

Αντιστρόφως, η εθνοφυλετική Δεξιά έχει ηρωοποιήσει έναν μεγιστάνα του οποίου οι φιλανθρωπικές δράσεις έχουν αποκαλυφθεί ως κομπίνες και οι επιχειρηματικές πρακτικές απέχουν λίγο από αυτές ενός απατεώνα. «Στις ΗΠΑ υπάρχει μία περίεργη πεποίθηση ότι αν είσαι πλούσιος, πρέπει να έχεις κάνει κάτι σωστό», λέει ο Μπότσταϊν. «Ο Τραμπ έπεισε τους ψηφοφόρους με τη λογική ότι “οι καλοί έρχονται τελευταίοι”. Το γεγονός ότι χρεοκοπούσε τις εταιρείες του, ότι δεν πλήρωνε τους προμηθευτές του, ότι δεν πλήρωνε τους φόρους του – αυτό το προέβαλλε ως δείγμα της εξυπνάδας του, της ικανότητάς του να τα καταφέρνει».

Ωστόσο, παραμένει αισιόδοξος ότι ο τυφώνας Τραμπ, όση βουή και μανία και αν έχει στο πέρασμά του, δεν θα έχει μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες. «Η συντριπτική πλειονότητα των Αμερικανών εξακολουθεί να πιστεύει στην ιδέα της Αμερικής ως ένα χωνευτήρι, μία χώρα μεταναστών. Και ο Τραμπ έχει οδηγήσει σε μία αναζωογόνηση της πολιτικής – ο κόσμος κατανοεί και πάλι τη σημασία της και τη σημασία του να συμμετέχει». Προσθέτει, μάλιστα, ότι αυτή πρέπει να είναι η οδός της απόρριψης αυτού του «αδαούς, ποταπού παλιάτσου» – οι κάλπες, όχι η διαδικασία καθαίρεσης.

Η αλήθεια σε άμυνα

Ο Μπότσταϊν, πάντως, αναγνωρίζει ότι ο Τραμπ έχει «ένα ταλέντο στο να μονοπωλεί την προσοχή» και ότι είναι βιρτουόζος στη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. «Το πιο σημαντικό πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε για τους Ευρωπαίους φασίστες είναι ότι ήξεραν πώς να βάζουν την αλήθεια σε θέση άμυνας», λέει. «Ο Τραμπ έχει κι αυτός την ικανότητα αυτή. Ψεύδεται σε μία επική κλίμακα. Οταν κάποιος ψεύδεται λίγο, ξεμπροστιάζεται – η αλήθεια επικρατεί. Αλλά όταν τα ψέματα παίρνουν μεγαλειώδεις διαστάσεις, η καχυποψία στρέφεται προς αυτούς που τα αμφισβητούν. Η αλήθεια χάνει το προβάδισμα». Επιπλέον, σημειώνει, με δεδομένο τον σκεπτικισμό των Αμερικανών για τους επαγγελματίες πολιτικούς και τον άνευρο λόγο τους, υπολογισμένο να μην προσβάλλει κανέναν, ο Τραμπ μοιάζει «αυθεντικός» – σαν να λέει τις αλήθειες που φοβούνται να πουν οι υπόλοιποι.

Πώς έβαλα ξανά το κολέγιο Bard στον πανεπιστημιακό χάρτη

Το 1975, το Bard, ένα ιστορικό κολέγιο στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης, βρισκόταν σε οριακό σημείο οικονομικά και έψαχνε νέο πρόεδρο. Οπως αφηγείται, τρία άτομα απέρριψαν τη θέση πριν οι ιθύνοντες στραφούν σε αυτόν, ο οποίος –απίστευτο για την ηλικία του– ήταν ήδη πρόεδρος σε ένα άλλο μικρό κολέγιο, το Franconia στο Νιου Χάμσαϊρ. Τη θέση εκεί την είχε αναλάβει στα 23 του – το κολέγιο ήταν χρεοκοπημένο και ουδείς άλλος έδειχνε πρόθυμος να το αναλάβει. Εν μια νυκτί, θυμάται, είχε γίνει θαμώνας της αμερικανικής late night τηλεόρασης, ως ο νεότερος επικεφαλής πανεπιστημίου στη χώρα. Σύμφωνα με τους New York Times, στην πρώτη του συνάντηση με άλλους προέδρους πανεπιστημίων της Νέας Αγγλίας ένας ομόλογός του νόμιζε ότι ήταν σερβιτόρος και του ζήτησε ουίσκι.

leon-mpotstain-o-tramp-prepei-na-fygei-me-kalpes0
«Ο πατέρας μου ήταν ο μοναδικός επιζών του Ολοκαυτώματος από την οικογένειά του», λέει ο Λέον Μπότσταϊν.

«Είχα έναν άσο στο μανίκι μου», εξηγεί σχετικά με την υποψηφιότητά του για την προεδρία του Bard. «Δίδασκε εκεί Φιλοσοφία ο Χάινριχ Μπλούχερ, σύζυγος της Χάνα Αρεντ, η οποία με είχε διδάξει στο προπτυχιακό μου στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και με εκτιμούσε. Οπότε μίλησε υπέρ μου, και μου προσέφεραν τη δουλειά».

Στα σαράντα και πλέον χρόνια από τότε, το Bard έχει γίνει συνώνυμο με την πληθωρική, πολυμαθή αυτή προσωπικότητα. Παρότι δεν βρίσκεται πολύ ψηλά στις κατατάξεις των αμερικανικών πανεπιστημίων (ο Μπότσταϊν μιλά συχνά και με περιφρόνηση για το «ποιόν» των σχετικών λιστών), έχει μία ξεχωριστεί θέση στο σύμπαν της ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην ακαταπόνητη εκστρατεία του προέδρου του να προσελκύσει διάσημους διανοουμένους για να διδάξουν, έστω και για λίγο. Στην πρώτη του χρονιά εκεί, είχε φέρει τον Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ. Το 1999, δίδαξε εκεί ο φίλος του Φίλιπ Ροθ, ο οποίος μάλιστα έχει ταφεί στο νεκροταφείο του πανεπιστημίου.

Παράλληλα, το 1990 ξεκίνησε το Μουσικό Φεστιβάλ του Bard, το οποίο έχει γίνει ετήσιος θεσμός στη Νέα Υόρκη (συνδυάζει συναυλίες με διαλέξεις και συζητήσεις, εστιάζοντας κάθε χρόνο σε μία σπουδαία μορφή της μουσικής), ενώ άνοιξε τα φτερά του ιδρύματος προς το εξωτερικό. Σήμερα, στο διεθνές δίκτυο του Bard περιλαμβάνονται η συνεργασία του με το παλαιστινιακό πανεπιστήμιο Al-Quds (ο Μπότσταϊν πηγαίνει συχνά στη Δυτική Οχθη στις τελετές αποφοίτησης), το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Κεντρικής Ασίας στο Κιργιζιστάν, η συνεργασία με το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης και το Bard College Berlin, όπου φοιτά ξανά μετά την αποφυλάκισή της η Σάρα Μαρντίνι.

Επιπλέον, «έχουμε υπό την ιδιοκτησία μας οκτώ δημόσια σχολεία στις ΗΠΑ», λέει περήφανα. «Είναι κορυφαία σχολεία, και είναι καινοτόμα – συνδυάζουν τη δευτεροβάθμια με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση». Η σχολική εκπαίδευση είναι σε τραγική κατάσταση στις ΗΠΑ, θεωρεί, ενώ ανησυχεί για το κλίμα μη ανεκτικότητας στις πανεπιστημιουπόλεις: «Οι φοιτητές σήμερα ζουν με τον φόβο των social media. Το να ακούς κάτι διαφορετικό με σεβασμό είναι δύσκολο. Η ηθική καταδίκη του άλλου είναι πολύ πιο εύκολη».

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε το παγωμένο μεσημέρι της περασμένης Τρίτης στη «Μεγάλη Βρεταννία», αφού ο Μπότσταϊν είχε ολοκληρώσει τις πρόβες της ημέρας. Το γεύμα κράτησε 2,5 ώρες και περιελάμβανε ψάρι (γλώσσα, ψαρόσουπα), ζυμαρικά (πένες), δύο ginger ales, μία φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα, ένα παγωτό (σορμπέ), έναν εσπρέσο και έναν διπλό ελληνικό. Ο λογαριασμός τσουχτερός σαν τον καιρό: 156,50 ευρώ.

Oι σταθμοί του

1946
Γεννιέται στη Ζυρίχη.

1970
Διορίζεται πρόεδρος του Franconia College, σε ηλικία μόλις 24 ετών.

1973
Ιδρύει το White Mountain Music and Art Festival στο Νιου Χάμσαϊρ.

1975
Διορίζεται πρόεδρος στο Bard.

1990
Ιδρύει το Μουσικό Φεστιβάλ του Bard.

1992
Διορίζεται μουσικός διευθυντής και μαέστρος της Αμερικανικής Συμφωνικής Ορχήστρας στη Νέα Υόρκη.

2003
Αναλαμβάνει τον ρόλο του μουσικού διευθυντή και του μαέστρου της Συμφωνικής Ορχήστρας της Ιερουσαλήμ.

2007
Γίνεται πρόεδρος του Συμβουλίου Επιτρόπων του Central European University.

2016
Γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ του Γκράφενεγκ στην Αυστρία.