ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Ανάτ Αντμάτι: Με την Ελλάδα έγιναν πολλά λάθη από πολλούς

anat-antmati-me-tin-ellada-eginan-polla-lathi-apo-polloys-2139920

Η πολιτική οικονομία της οικονομικής επιστήμης, ιδιαίτερα στα χρόνια πριν από τη μεγάλη κρίση του 2007-2008, ευνοούσε συγκεκριμένους τύπους οικονομολόγων. Εκείνοι που μπορούσαν να αποδείξουν με κομψές αφηρημένες μαθηματικές εξισώσεις ότι οι χρηματαγορές μπορούν να αυτορρυθμιστούν και ότι οι παρεμβατικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί θα υπονόμευαν την οικονομική ανάπτυξη ήταν οι αγαπημένοι του τραπεζικού κατεστημένου.

Η Ανάτ Αντμάτι σίγουρα δεν εντάσσεται σε αυτήν την κατηγορία. Σε σειρά δημοσιεύσεων, αλλά και στο βιβλίο «The Bankers’ New Clothes», που εξέδωσε μαζί με τον Μάρτιν Χέλβιγκ το 2013, η καθηγήτρια του Stanford επιχειρεί να διαλύσει τους μύθους που επιτρέπουν στις τράπεζες να παραμένουν υπερβολικά εξαρτημένες από τον δανεισμό και συνεπώς να αποτελούν βόμβα στα θεμέλια της διεθνούς οικονομίας. Η ανάλυσή της και η διαύγεια των λύσεων που προτείνει για τη δημιουργία ενός πιο ασφαλούς τραπεζικού συστήματος οδήγησαν το περιοδικό Time να την κατατάξει μεταξύ των 100 ατόμων με τη μεγαλύτερη επιρροή διεθνώς το 2014. Την ίδια χρονιά, ο Μπαράκ Ομπάμα την κάλεσε για γεύμα μαζί με πέντε ακόμη οικονομολόγους στον Λευκό Οίκο, προκειμένου να ακούσει τις ιδέες της.

Η Αντμάτι βρέθηκε προ ημερών στην Αθήνα για το συνέδριο που διοργάνωσαν από κοινού οι απόφοιτοι του London Business School και του Stanford. Λίγες ώρες πριν από την ομιλία της, βρεθήκαμε μαζί της στο New Hotel, πέριξ της πλατείας Συντάγματος. Στην ατμόσφαιρα καλλιτεχνικής υπερδιέγερσης του ξενοδοχείου, πήραμε πρωινό και συζητήσαμε για τα πράγματα που κάνουν τις τράπεζες διαφορετικές –και πιο επικίνδυνες– από τις υπόλοιπες επιχειρήσεις.

Η βασική πρόταση πολιτικής της Αντμάτι –να υποχρεωθούν οι τράπεζες να διατηρούν μετοχικά κεφάλαια που θα είναι υπερπολλαπλάσια από αυτά που θα ισχύσουν με τη Βασιλεία ΙΙΙ ως ποσοστό του ενεργητικού τους– προκαλεί ανατριχίλα στο τραπεζικό λόμπι. Η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής θα μείωνε σημαντικά την κερδοφορία των τραπεζών και τα μπόνους των στελεχών τους. Οι ίδιοι οι τραπεζίτες λένε ότι θα περιόριζε επίσης τη ρευστότητα που θα μπορούσαν να χορηγούν στις επιχειρήσεις.

Η έμπειρη ακαδημαϊκός του Stanford βλέπει τα πράγματα αρκετά διαφορετικά. Οπως εξηγεί με κάθε ευκαιρία, λιγότερο μοχλευμένα τραπεζικά ιδρύματα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα απορρόφησης ζημιών και άρα είναι λιγότερο πιθανό να χρειαστούν στήριξη από τους φορολογούμενους.

«Οι τραπεζίτες έχουν κακομάθει λόγω της εύκολης πρόσβασης στη χρηματοδότηση», εξηγεί καθώς προσπαθώ να συνδυάσω τις σημειώσεις με την κατανάλωση των αυγών (scrambled) που έχουν μόλις τοποθετηθεί μπροστά μου. Η Αντμάτι μιλάει γρήγορα, με προφορά (είναι ισραηλινής καταγωγής) και με έναν συνδυασμό βεβαιότητας για την αλήθεια των επιχειρημάτων της και αγανάκτησης για τα λάθη πολιτικής που έχουν διαπράξει όσοι αγνοούν το έργο της. «Τα αυξημένα χρέη συνεπάγονται αυξημένα κέρδη όταν τα πράγματα πάνε καλά, αλλά και μεγαλύτερη πιθανότητα χρεοκοπίας όταν επιδεινωθεί η κατάσταση», συνεχίζει. «Και με τις τράπεζες, έτσι όπως χρηματοδοτούνται, τις συνέπειες της αποτυχίας δεν τις υφίστανται οι ιδιοκτήτες τους αλλά η κοινωνία».

Δεν ισχύει, ωστόσο, ότι η υποχρέωση θεαματικής αύξησης των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας (η ίδια έχει προτείνει τα μετοχικά κεφάλαια να φτάνουν το 30% του ενεργητικού) θα οδηγήσει σε επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης; «Αν η αύξηση της χρηματοδότησης μέσω μετοχών οδηγήσει σε αυξημένο κόστος δανείων, αυτό θα αποτελεί απόδειξη ότι παρέχουμε στις τράπεζες τη χείριστη δυνατή επιδότηση, ελπίζοντας ότι θα τη μετακυλήσουν στους πελάτες τους». Με άλλα λόγια, όπως εξηγεί, αν τα δάνεια αυτά δίνονται μόνο και μόνο επειδή οι τράπεζες μπορούν να δανείζονται ελεύθερα τους πόρους που δανείζουν και χωρίς να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες εσφαλμένων δανειακών πολιτικών, ίσως δεν θα έπρεπε να χορηγούνται καθόλου.

Για την Αντμάτι, οι πρακτικές που οδήγησαν στο κραχ του 2008 δεν ήταν παρεκκλίσεις από τον κανόνα: «Αυτή είναι η μόνιμη κατάσταση του τραπεζικού κλάδου. Οι τράπεζες ζουν συνεχώς στα όρια της χρεοκοπίας. Δεν ξέρουν πώς αλλιώς να υπάρξουν. Και ο εθισμός τους στον δανεισμό ενισχύεται από τα δίχτυα ασφαλείας που έχουν θεσμοθετηθεί για τους καταθέτες, οι οποίοι ως αποτέλεσμα δεν ενδιαφέρονται για τη διαχείριση του οργανισμού στον οποίο έχουν δανείσει».

Οι κυβερνήσεις χειρίζονται τις τράπεζες με τρυφερότητα

Η ρίζα του προβλήματος, εξηγεί η συνδαιτυμόνας της «Κ», ο λόγος που δεν εφαρμόζονται πολιτικές που θα καθιστούσαν λιγότερο επικίνδυνη τη λειτουργία των τραπεζών, βρίσκεται στη «συμβιωτική» σχέση τραπεζών και κυβερνήσεων. «Οι κυβερνήσεις χειρίζονται τις τράπεζες με στοργή και τρυφερότητα», παρατηρεί ειρωνικά, «με τα γνωστά ανταλλάγματα: δάνεια προς το κράτος, δάνεια προς πολιτικά κόμματα».

Η Αντμάτι καταφέρεται με σφοδρότητα κατά της αδυναμίας των κηδεμόνων του συστήματος να διαρρήξουν αυτήν τη νοσηρή σχέση. Το ρυθμιστικό πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ, που ταξινομούσε τα κρατικά ομόλογα στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια ως άνευ κινδύνου, «προκάλεσε στρεβλές επενδυτικές αποφάσεις και αύξησε τον συστημικό κίνδυνο, αφού όλες οι τράπεζες στράφηκαν στην ίδια κατεύθυνση (της αγοράς εγχώριων κρατικών ομολόγων)». Παρότι μάλιστα οι εξελίξεις των τελευταίων ετών, ειδικότερα στην Ελλάδα, διέψευσαν πανηγυρικά τη θεωρία περί ακίνδυνων κρατικών ομολόγων, η Ισραηλινοαμερικανίδα καθηγήτρια προειδοποιεί ότι το παλαιό καθεστώς διατηρεί τους υποστηρικτές του. «Η Ιταλία έχει πει ότι θα θέσει βέτο κατά της εγγύησης καταθέσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο αν προχωρήσει η επιβολή διαβάθμισης κινδύνου στα κρατικά ομόλογα», σημειώνει. «Κάποιες κυβερνήσεις θέλουν οι τράπεζές τους να συνεχίσουν να αγοράζουν τα ομόλογά τους».

Αλλά και το bail in, η νέα προσέγγιση της Ε.Ε. στη διαχείριση προβληματικών τραπεζών, είναι για την Αντμάτι στην καλύτερη περίπτωση μία επιλογή στην οποία καταφεύγει κάποιος όταν αδυνατεί να επιβάλει την ιδανική λύση. «Το bail in είναι ένας περίπλοκος τρόπος για να αποφευχθούν οι τραπεζικές διασώσεις. Η κεφαλαιακή ενίσχυσή τους είναι ένας πιο απλός τρόπος».

Για την Αντμάτι, η εμπλοκή των πιστωτών είναι ιδιαίτερα προβληματική, καθώς επιβάλλεται με άνισο τρόπο. «Οι περισσότεροι πιστωτές τραπεζών διασώθηκαν στα χρόνια της κρίσης», υπενθυμίζει, αναγνωρίζοντας τις εξαιρέσεις της Lehman Brothers και της Κύπρου. Η άνιση μεταχείριση (αναφέρει π.χ. την περίπτωση των γερμανικών τραπεζών που κατείχαν ομόλογα ιρλανδικών τραπεζών), εκτός από άδικη, είναι και παράγοντας όξυνσης της αβεβαιότητας για το τι θα συμβεί σε περίπτωση που μια τράπεζα βρεθεί σε δυσκολία. «Η καλύτερη λύση από κάθε άποψη είναι να υπάρχουν περισσότεροι μέτοχοι, ένα καλύτερο μαξιλάρι για να απορροφά τις ζημίες», καταλήγει, επιστρέφοντας στο αγαπημένο της ρεφρέν.

Από την κρίση της Lehman  Brothers άντλησαν κάποια λάθος διδάγματα

Σε αυτό το σημείο του «Γεύματος», παρά την ευεργετική επίδραση των αυγών (η όψη των οποίων ώθησε και την ίδια να συμπληρώσει την αρχική της παραγγελία με το ίδιο πιάτο), έχω αρχίσει να νιώθω μάλλον δυσάρεστα. Η εικόνα που είχα, μιας ανεπαρκούς σε επιμέρους θέματα αλλά συνολικά ουσιώδους μεταρρύθμισης του τραπεζικού κλάδου, ύστερα από μισή ώρα με την Αντμάτι έχει κλυδωνιστεί συθέμελα. Δηλαδή –ρωτάω– δεν είμαστε καθόλου πιο ασφαλείς σήμερα από μια νέα κρίση τύπου Lehman από ό,τι ήμασταν το 2008;

«Κοιτάξτε, σίγουρα άντλησαν κάποια λάθος διδάγματα. Λένε, για παράδειγμα, ότι η Lehman έπρεπε να είχε διασωθεί. Αρα το συμπέρασμα είναι ότι αν είσαι συστημικός, θα διασωθείς, ακόμη και σήμερα – κι αυτό διευκολύνει τη ζωή σου σαν τραπεζικό ίδρυμα. Είναι σαν μια κατάσταση ομηρίας». Επιπλέον, «πολλές από αυτές τις τράπεζες έχουν μεταφέρει τρομακτικούς κινδύνους εκτός των ισολογισμών τους (off balance sheet). Γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι υπάρχουν πολλές μη υγιείς τράπεζες ανάμεσά μας».

Κάνω μία ακόμη προσπάθεια. Δεν έχουν ληφθεί μέτρα που να διευκολύνουν την ομαλή εκκαθάριση και ρευστοποίηση μιας συστημικής τράπεζας, ώστε να μην προκαλέσει αναταράξεις ευρύτερα; «Οχι!» αναφωνεί. «Θα υπάρξουν παράπλευρες ζημίες. Το “Too Big to Fail” είναι απλά ένα σύμπτωμα του προβλήματος. Πρέπει να αναρωτηθούμε πώς αυτές οι τράπεζες έγιναν τόσο μεγάλες. Και η απάντηση είναι ότι απορρόφησαν πολλές άλλες και έφτασαν σε ένα μέγεθος όπου η κατάρρευσή τους γεννάει φόβο. Και δεν είναι μόνο το μέγεθος, οι δομές τους και τα οικονομικά τους στοιχεία είναι αδιαφανή, σκοτεινά. Πρέπει να δείτε τι λένε οι επενδυτές γι’ αυτές τις τερατώδεις οντότητες. Δεν θέλουν να τις πλησιάσουν».

Επιχειρώ να βρω ένα απάνεμο λιμάνι στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Δεν ισχύει ότι η κυβέρνηση Ομπάμα αντιμετώπισε πολύ πιο αποφασιστικά την τραπεζική κρίση την οποία κληρονόμησε συγκριτικά με τους Ευρωπαίους;

«Παρότι η κρίση ξέσπασε στις ΗΠΑ, ένας από τους λόγους που κάποιες αμερικανικές τράπεζες σήμερα είναι σε καλύτερη κατάσταση από τις ευρωπαϊκές είναι ότι οι ΗΠΑ δεν εφάρμοσαν τους όρους της Βασιλείας ΙΙ», λέει η Αντμάτι. Κάνει μάλιστα ειδική μνεία στον ρόλο της επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Εταιρείας Ασφάλισης Καταθέσεων (FDIC), η οποία επέβαλε «πολύ αυστηρότερους δείκτες μόχλευσης (leverage ratios) για τις εμπορικές τράπεζες» σχετικά με τις απαιτήσεις της Βασιλείας ΙΙ. Χάρη σε αυτή την περιοριστική πολιτική, «οι αμερικανικές εμπορικές τράπεζες δεν έφτασαν σε επίπεδα υπερδανεισμού των αντίστοιχων βρετανικών ή ελβετικών τραπεζών». Αντιθέτως, όπως εκτιμά, η αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC), που είχε ευθύνη για τη ρύθμιση των επενδυτικών τραπεζών, ήταν πιστή στη Βασιλεία ΙΙ: «Εκεί δημιουργήθηκε το πρόβλημα».

Η Αντμάτι θεωρεί ανεπαρκή τα τεστ αντοχής που επέβαλαν στις τράπεζες οι αμερικανικές αρχές το 2009, αλλά εκτιμά τα ευρωπαϊκά τεστ αντοχής ακόμη λιγότερο πειστικά. Συνοψίζοντας την πολιτική αντιμετώπισης της τραπεζικής κρίσης στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, λέει: «Στις ΗΠΑ ήταν άσχημα, στην Ευρώπη ήταν χειρότερα».

Περισσεύει η υποκρισία

Για την Αντμάτι, η παθογένεια της συμβίωσης τραπεζών και κράτους είναι ιδιαίτερα οξεία στην Ευρώπη – ιδιαίτερα στις χώρες που θεωρεί τους «κακούς» των διαπραγματεύσεων της Βασιλείας: τη Γαλλία και τη Γερμανία. «Περισσεύει η υποκρισία στη Γερμανία. Είναι ταιριαστή η αναλογία με τους γονείς που κακομαθαίνουν το παιδί: διασώσεις τραπεζών, εγγύηση καταθέσεων, αλλά όλα μόνο για τις δικές μας τράπεζες» (είναι η δεύτερη φορά που παρομοιάζει τους τραπεζίτες με ανήλικα στα οποία δεν επιβάλλεται αρκετή πειθαρχία).

Η αναφορά αυτή μας οδηγεί στο θέμα της Ελλάδας. «Με την Ελλάδα έγιναν πάρα πολλά λάθη από πολλούς», τονίζει. «Κάποιοι από αυτούς που φέρουν σοβαρές ευθύνες διαστρεβλώνουν την ιστορία ώστε να αποκρύψουν τις ευθύνες των ιδίων και των χωρών τους. Η ουσία είναι ότι η Ελλάδα, με τη βοήθεια της Goldman Sachs –πάντα υπάρχει κάπου ένας τραπεζίτης που χαμογελά σε αυτές τις καταστάσεις (γελάει)– έγινε δεκτή στην οικογένεια του ευρώ και ξεφορτώθηκε τις μηχανές εκτύπωσης χρήματος. Μετά υπήρχε μια επιλεκτική εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων στην Ευρωζώνη. Οταν ξέσπασε η κρίση, όλοι μιλούσαν για την Ελλάδα που δανείστηκε πάρα πολλά, αλλά όχι και για εκείνους που τη δάνεισαν – κι εκείνους που τους επόπτευαν». To 2010, επισημαίνει, «το 40% των ελληνικών ομολόγων βρισκόταν στα χέρια γαλλικών τραπεζών. Ολοι όμως τότε πούλησαν και δραπέτευσαν. Η “διάσωση της Ελλάδας” ήταν στην πραγματικότητα η διάσωση από την πίσω πόρτα των ξένων τραπεζών που ήταν εκτεθειμένες σε αυτήν. Μόνο οι κυπριακές τράπεζες δεν έλαβαν το μήνυμα. Αλλά αυτά δεν τα γνωρίζουν οι ψηφοφόροι στη Γερμανία και τη Γαλλία».

Η συνάντηση

Το βασικό μενού του «Γεύματος» με την Ανάτ Αντμάτι ήταν πλούσιο: δύο πιάτα αυγά scrambled με μανιτάρια και ντομάτες, συν καφέ και τσάι Earl Grey. Το δικό της πρωινό συμπεριλαμβανόταν στην τιμή του δωματίου της. Το κόστος του δικού μου ήταν 14,40 ευρώ. Τα αυγά ήταν πολύ πιο εύκολα στη χώνεψη από όσα άκουσα για τις προοπτικές ενός ακόμα παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού σεισμού.

Oι σταθμοί της

1956
Γεννιέται στο Τελ Αβίβ.

1979
Πτυχίο στα Μαθηματικά και τη Στατιστική με άριστα από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ.

1983
Διδακτορικό στην Επιχειρησιακή Ερευνα και το Μάνατζμεντ από το Πανεπιστήμιο του Yale. Ξεκινά να διδάσκει στο Stanford.

1992
Καθηγήτρια Χρηματοοικονομικών και Οικονομικών στο Stanford.

1997-98
Διδάσκει Οικονομικά ως επισκέπτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ.

2009
Αναλαμβάνει την έδρα Χρηματοοικονομικών και Οικονομικών George G. C. Parker στη Μεταπτυχιακή Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Stanford, θέση που κατέχει ώς σήμερα.

2013
Εκδίδει το «Bankers’ New Clothes», μία σφοδρή κριτική του διεθνούς ρυθμιστικού πλαισίου για τις τράπεζες, μαζί με τον Μάρτιν Χέλβιγκ.

2014
Το Time τη συμπεριλαμβάνει στη λίστα με τα 100 άτομα με τη μεγαλύτερη επιρροή διεθνώς. Συναντάται στον Λευκό Οίκο με τον Μπαράκ Ομπάμα και καταθέτει στην τραπεζική επιτροπή της Γερουσίας.