ΑΠΟΨΕΙΣ

Λόγος μεταφραστικός και δοκιμιακός

logos-metafrastikos-kai-dokimiakos-2292275

Π​​αμπάλαιη υπόθεση η μετάφραση, συνοψίζει ως όρος τις περιπέτειες του ανθρώπινου πνεύματος μέσα σ’ ένα τεράστιο πέλαγος με όριά του έναν θρύλο κι ένα θαύμα. Τον θρύλο, για τον Πύργο της Βαβέλ ή της Συγχύσεως, τον περιγράφει η «Γένεσις»: Στην αρχή, «ην πάσα η γη χείλος εν, και φωνή μία πάσιν» – «οι κάτοικοι της γης μιλούσαν όλοι μία γλώσσα και χρησιμοποιούσαν τις ίδιες λέξεις», στην επίσημη μετάφραση (όχι, δεν λέει η Βίβλος ότι η μία αρχική γλώσσα, η «παμμήτειρα», ήταν η ελληνική). Ψήλωσε όμως πολύ ο νους των ανθρώπων κι είπαν να χτίσουν έναν πύργο θεόρατο, να φτάνει η κορυφή του στους ουρανούς, «για να γίνουν ονομαστοί» (σε ποιον άραγε; άλλοι δεν υπήρχαν).

Οργίστηκε ο Θεός και, «εμπρός», είπε, «ας κατεβούμε κι ας επιφέρουμε εκεί σύγχυση στη γλώσσα τους, ώστε να μην καταλαβαίνει ο ένας τη γλώσσα του άλλου».

Και γεννήθηκαν έτσι τα έθνη. Και μαζί τους η ανάγκη της μετάφρασης. Μια ανάγκη που την αναίρεσε –αλλά για ελάχιστους, όσους έλαβαν τη δωρεά– το θαύμα της Πεντηκοστής, ιστορημένο στις Πράξεις των Αποστόλων: Μια ξαφνική ουράνια βουή γέμισε το σπίτι όπου έμεναν οι μαθητές. Εμφανίστηκαν τότε γλώσσες σαν φλόγες φωτιάς, που κάθισαν από μία σε κάθε κεφαλή. Κι άρχισαν όλοι να μιλούν σε γλώσσες άγνωστές τους. Από τότε έχουν να ξαναφανούν οι φλόγες. Εξού και η αιώνια ανάγκη της μετάφρασης και η σφοδρή επιθυμία της. Επιθυμία για μια πράξη αυθεντικά δημοκρατική.

Για μεταφράσματα καταρχάς ο λόγος σήμερα. Οχι αναλυτικός. Απλώς ενημερωτικός. Με τον «Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα» του Μιγκέλ ντε Θερβάντες (1547-1616) η ελληνική γλώσσα αναμετρήθηκε αρκετές φορές, επιλέγοντας ως πρωτότυπο το ισπανικό κείμενο ή κάποια μετάφρασή σου στη γαλλική ή την ιταλική και βαφτίζοντας ενίοτε τον συγγραφέα Μιχαήλ Κερβάντη, τον δε ήρωά του Δον Κισώτο. Παραμένει ωστόσο φιλολογικά αδιευκρίνιστο ποια ακριβώς ήταν και πότε έζησε η πρώτη μεταφράστριά του, η «Σμαράγδα δόμνα», μέλος φαναριώτικης ηγεμονικής οικογένειας που ζούσε στη Μολδαβία (τη δεξίωση του εμβληματικού μυθιστορήματος στη γλώσσα μας την κατέγραψε η Μάρη Θεοδοσοπούλου στο «Βήμα», 6.5.2005). Αυτός πάντως που εξέδωσε πρώτος τη «δονκιχωτική» μετάφρασή του είναι ο ρομαντικός Σμυρνιός Ισίδωρος Σκυλίσσης ή Σκυλίτσης (1819-1890).

Ο α΄ τόμος της έκδοσης του «Δον Κιχότε» από την Εστία, με μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια της Μελίνας Παναγιωτίδου, κυκλοφόρησε το 2009. Χρειάστηκε δηλαδή σχεδόν μια δεκαετία ώσπου να εκδοθεί και ο β΄ τόμος, στον υπότιτλο του οποίου ο ήρωας είναι πια «ευφάνταστος ιππότης» και όχι «ευφάνταστος ιδαλγός». Δέκα χρόνια για μια μετάφραση δεν τα ανέχεται η βιαστική αγορά μας. Η αξία της βραδύτητας δεν είναι μύθος ή άρθρο του περίφημου δεκαλόγου των τεμπέληδων. Με την εξαιρετικά φροντισμένη δουλειά της Παναγιωτίδου, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως έχουμε να κάνουμε με μια μετάφραση-έργο ζωής, που διεκδικεί δικαίως να επανεντάξει στην πνευματική μας δίαιτα ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά κατορθώματα. Και επιπλέον έναν από τους κυριότερους τροφοδότες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μαζί με τα έπη, τις τραγωδίες και τα σαιξπηρικά δράματα.

Δόξασα λίγο πριν την αξία της στοχαστικής βραδύτητας στην πνευματική εργασία, όχι μόνο τη μεταφραστική. Αυτό όμως δεν είναι συχωροχάρτι για την αργοπορία που χαρακτηρίζει συχνά τα μεταφραστικά μας πράγματα. Το έργο του Γάλλου νεοελληνιστή Γκυ (Μισέλ Σωνιέ) «Αδικία: Το κακό και το άδικο στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι» εκδόθηκε στα γαλλικά το 1979. Τριάντα χρόνια είναι πολλά, όταν πρόκειται για ένα σύγγραμμα που εντάχθηκε προ πολλού στη βιβλιογραφία των δημοτικών, ως σπουδαιότατο λήμμα, ο δε δημιουργός του έχει πλέον στο ενεργητικό του τις σπουδαίες εκδόσεις των «Δημοτικού τραγουδιού της ξενιτιάς» (Ερμής, 1983) και «Μοιρολογιών» (Νεφέλη, 1999) και δύο ογκώδεις «Συναγωγές μελετών» του για το δημοτικό (Ιδρυμα Ουράνη, 2001 και 2017). Η φετινή έκδοση της «Αδικίας» από το Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σε μετάφραση της Τίνας Τσιάτσικα, προσεγμένη σε καθεμιά από τις πολλές και δύσκολες πτυχές της, διαγράφει μιαν αδικία και προσφέρει ένα πολύτιμο έργο στο κοινό που ενδιαφέρεται για τα ουσιώδη.

Δηλαδή για τη νοοτροπία των νεοελλήνων, όπως φανερώνεται στη δημοτική τους ποίηση. «Θεμελιώδη» χαρακτήριζε ο Νίκος Σβορώνος, στον πρόλογό του, τη συνεισφορά του Σωνιέ στη μελέτη της νοοτροπίας αυτής. Τώρα μπορεί και ο μη γαλλομαθής Ελληνας αναγνώστης να συμμεριστεί την άποψη του Σβορώνου, βλέποντας πόσο ευμέθοδα και επίμονα μελετά ο Σωνιέ πληθώρα δημοτικών για να αποκαλύψει τον πυρήνα της ηθικής σκέψης των λαϊκών Ελλήνων.

Από τη μελέτη της ανώνυμης ποίησης προηγούμενων αιώνων στην κριτική αξιολόγηση και τη γραμματολογική διερεύνηση της σύγχρονής μας επώνυμης πεζογραφίας: Μάχιμος κριτικός από το 1985 ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, σε εφημερίδες και περιοδικά, με εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις διαβασμένες και δεκάδες χιλιάδες γραμμένες, επιχειρεί τώρα ό,τι ονειρεύονται πολλοί κριτικοί: να μετακινηθεί από τη θερμή και άμεση κριτική στη νηφαλιότερη αποτίμηση του έργου δεκάδων συγγραφέων, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει τη διαγραφή των «πίσω του σελίδων», ακόμα και όσων θα αναθεωρηθούν ρητά και τίμια. Απλώς οι χίλιες λέξεις που γράφτηκαν κάποια στιγμή για να κριθεί ένα πεζογράφημα, πρέπει πια να μειωθούν σε λίγες δεκάδες, δίχως να χαθεί το ουσιώδες. Η εμπειρία του Χατζηβασιλείου, η εποπτεία του όσον αφορά την καθαυτό πεζογραφική παραγωγή αλλά και την κριτικογραφία και τις πανεπιστημιακές προσεγγίσεις και η αποσαφήνιση βιβλίο το βιβλίο των κριτηρίων του (αυτό συμβαίνει άλλωστε με όλους τους κριτικούς), εξασφαλίζουν την ποιότητα του ογκωδέστατου τόμου «Η κίνηση του εκκρεμούς: Ατομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017» («Πόλις»). Θα ’ναι κρίμα ένα τέτοιο εγχείρημα να προσεγγιστεί «αστυνομικά»: πόσες αράδες αφιερώνει στον τάδε συγγραφέα και πόσες στον δείνα, και τι βαθμό βάζει στο χι βιβλίο.

Με μια ιδιαίτερη πτυχή της νεοελληνικής πεζογραφίας ασχολείται ο Γιάννης Παπακώστας, ομότιμος καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο βιβλίο του «Πού μας πάει αυτό το αίμα; Αναπαραστάσεις αυτοδικίας και βίας στη νέα ελληνική λογοτεχνία» (Πατάκης). Διερευνώντας «αιματηρά» πεζογραφήματα 15 συγγραφέων, από τον Παπαδιαμάντη και τον Μυριβήλη στον Γιατρομανωλάκη και τη Γαλανάκη, γεωγραφεί τον τόπο του αίματος: εγκλήματα τιμής, βεντέτας, ύβρεως και πολέμου, κυρίως του εμφυλίου. Από τη «Φόνισσα» στο «Κουστούμι από χώμα». «Οι ιστορικοί γράφουν Ιστορία, ενώ οι λογοτέχνες ιστορίες, δίνοντας στα ιστορούμενα ευρύτερες διαστάσεις», αυτό είναι το προοιμιακό θεώρημα του Παπακώστα. Και το κυρώνει εντοπίζοντας μοτίβα και αλληλεπιδράσεις, αναλύοντας διεξοδικά, μέσα από παραδείγματα, τη λογοτεχνική ιστορία, πάντα σε κόκκινο φόντο, και αναδεικνύοντας τη συμπλοκή της με την ιστορία της κοινωνίας και την ιστορία των ιστορικών.