ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι μνημεία θέλουμε;

Μερικά πράγματα είναι παράξενα, δυσερμήνευτα, για να μην πω τρελά, και γι’ αυτό δεν δημιουργούν αισιοδοξία για το μέλλον, ακόμη και μετά μια μακρά περίοδο κρίσης, κατάπτωσης, γενικής διάλυσης και καθολικής εξάντλησης, που δεν είμαι σίγουρη για τα μαθήματα που μας αφήνει.

Χθες ανακοινώθηκε από το Ιδρυμα Ωνάση ότι θα χρηματοδοτήσει την εγκατάσταση σύγχρονου ανελκυστήρα πλαγιάς (αντί του αναβατορίου) καθώς και την ανανέωση – αναβάθμιση του νυχτερινού φωτισμού στον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης. Κι όμως, αρκετοί διαφωνούν, δυσανασχετούν και θλίβονται με την ιδέα, διότι το ιδιωτικό κεφάλαιο θα «μολύνει» τον Ιερό Βράχο.

Φέρνουν μάλιστα ως κύριο επιχείρημα ότι το υπουργείο Πολιτισμού έχει επιλέξει εδώ και χρόνια να μην δέχεται ιδιωτικές χορηγίες όσον αφορά την Ακρόπολη, άρα πρέπει να ζούμε με αυτή τη συνθήκη εις το διηνεκές. Υπάρχουν βέβαια κι άλλα επιχειρήματα που, αν και δεν λέγονται ρητά, υπονοούνται, τα έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές, πάνε πλάι πλάι με τις λέξεις «ιδιωτικές χορηγίες». Είναι ο πολιτισμός που «ξεπουλιέται» και «εκποιείται» και οι ιδιώτες που ζητούν αντισταθμιστικά οφέλη και επιδιώκουν την άσκηση εξουσίας.

Το έργο, πάντως, αν όλα πάνε καλά, θα είναι έτοιμο πριν από το καλοκαίρι του 2020 και θα λύσει δύο σημαντικά προβλήματα, αυτό της προσβασιμότητας –για το οποίο θα έπρεπε να ντρεπόμαστε ως πολιτεία– και αυτό της προβολής του μνημείου, που τα τελευταία χρόνια φωτίζεται σαν «φτωχός συγγενής».

Ειδικότερα το ζήτημα του αναβατορίου είχε μετατραπεί σε κακοπαιγμένο σίριαλ τους τελευταίους μήνες. Τη μία μέρα λειτουργούσε και την άλλη χαλούσε, οι υπηρεσίες αναζητούσαν ανταλλακτικά πότε στην ελληνική αγορά και πότε στο εξωτερικό και οι ευθύνες για τις καθυστερήσεις και την αναποτελεσματικότητα είχαν γίνει μπαλάκι μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών του υπουργείου Πολιτισμού. Την ίδια στιγμή, η πολιτική ηγεσία σπαζοκεφάλιαζε να βρει διέξοδο σε ένα σοβαρό θέμα, προσβλητικό για την εικόνα της χώρας.

Το θέμα του φωτισμού της Ακρόπολης, από την άλλη πλευρά, όπως και αρκετών εμβληματικών μνημείων, είναι μια πονεμένη ιστορία. Τα είχε λούσει στο φως αναδεικνύοντας την αρχιτεκτονική και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους ο Πιερ Μπιντό, ο «άνθρωπος-ορχήστρα των φώτων», για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και έκτοτε ουδείς ασχολήθηκε με τη συντήρησή τους, παρότι ο σωστός φωτισμός του Παρθενώνα είναι ικανός να μεταμορφώσει τη νυχτερινή εικόνα της πόλης.

Θα περίμενε κανείς να ομονοούμε σε βασικά θέματα. Ο πολιτισμός είναι ένα πεδίο προνομιακό για συγκλίσεις, συνεργασίες, για κοινή δράση της πολιτείας με τους ιδιώτες, σε ένα θεσμικό πλαίσιο ελέγχου και παρακολούθησης. Ας αναρωτηθούμε πώς φανταζόμαστε τα μνημεία μας. Φωτεινά και προσβάσιμα ή σκοτεινά, εσωστρεφή και παραμελημένα; Γιατί εντέλει μόνο αυτό είναι το ερώτημα.