ΑΠΟΨΕΙΣ

Για την Κική Δημουλά και τον Γιάννη Δάλλα

Στο δέλτα της ποίησης, στη βιβλιοθήκη μου, η Κική Δημουλά και ο Γιάννης Δάλλας είναι πολύ κοντά, σχεδόν δίπλα δίπλα. Κι ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε να τους ξεπροβοδίσουμε σε κοντινές μέρες, προς το τέλος του Φλεβάρη. Ετών 89 η Δημουλά, 96 ο Δάλλας. «Πλήρεις ημερών»; Η πείνα του καθενός για ζωή δεν κάμπτεται με τέτοια στερεότυπα. Είχα τη χαρά να γνωρίσω προσωπικά και τον Δάλλα και τη Δημουλά. Το λίγο που τους ήξερα με κάνει να πιστεύω ότι και οι δυο τους θα έλεγαν σαρκαστικά πως η «πληρότης ημερών» είναι παραμυθητικός θρύλος. Ναι, «είμαστε στιγμιαίοι», όπως συμπεραίνει η Δημουλά στον «Δημόσιο καιρό» (2014), η δίψα μας όμως για χρόνο είναι λυσσωδώς διαρκής.

Ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ο Δάλλας, που αποκλήθηκε «γενιά της ήττας», της δεύτερης η Δημουλά, που χαρακτηρίστηκε «χαμένη». Αν υποθέσουμε ότι προσδοκία κάθε ποιητικής γενιάς είναι ν’ αλλάξει τον κόσμο, με τη μαγγανεία των λέξεων και των ρυθμών, τότε κάθε γενιά πρέπει να θεωρείται ηττημένη και χαμένη. Η ορολογία εντούτοις, πάντα γενικευτική, άλλοτε διευκολύνει τη συνεννόησή μας κι άλλοτε μας ρίχνει στα βράχια της σύγχυσης.

Ξέρουμε επίσης από την αναγνωστική αυτοψία ότι η πρώτη μεταπολεμική γενιά ασκήθηκε εντατικότερα στην πολιτική ποίηση σε σύγκριση με τη δεύτερη, που ο λυρισμός της καλλιεργήθηκε αντιμέτωπος με ερωτήματα υπαρξιακού τύπου. Και πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η δημοτικότητα της ποίησης της Δημουλά ελάχιστα ευνοήθηκε από παραμέτρους ισχυρότατες σε άλλες περιπτώσεις: τη μελοποίηση και το πολιτικό περιεχόμενο.

Στα τέλη του 1994, γράφοντας στην «Κ» για την «Εφηβεία της λήθης», στεκόμουν στην ευγενή μελαγχολία των ποιημάτων της Δημουλά. Στη στωική πίκρα, που δεν εκπίπτει σε ανθρωποφοβία ή μισανθρωπιά. Από συλλογή σε συλλογή, η Δημουλά κατέκτησε έναν ονομαστικό, αμέσως αναγνωρίσιμο τρόπο ιστόρησης της λύπης και εναντίωσης στον βραχνά της παραίτησης. Οι στίχοι της, που η ίδια τους αποκαλούσε «ισχνούς» και «αδύναμους» στο «Ερεβος» (1956), απέκτησαν με τον καιρό ισχύ και λαμπερή μειλιχιότητα που δεν τις προοικονομούσαν οι πρώτες της καταθέσεις.

Νοησιαρχούμενη η ποίησή της, μολονότι εμβαπτίζεται διαρκώς στο υγρό αίσθημα και της απώλειας, είναι κατάστικτη από τεχνάσματα που καθιστούν όντως «πολυμήχανο το ταξίδι της φωνής» και της προσδίδουν έναν δελεαστικό χρησμικό τόνο: νεολογισμοί, αιφνιδιαστικά συμπλέγματα ζεύγη λέξεων (σκόρπια: «πολιούχοι χωρισμοί», «χήρα στιγμή», «δουλοπάροικος παλμός», «τοκογλύφος μνήμη», «μεσίστια η λιακάδα πατρίς», «τυμβωρύχος θυμηδία»), εκφραστική αντισυμβατικότητα εν γένει, ανθρωπομορφισμός. Ολα αυτά δεν είναι στολίδια προς διακόσμηση του πένθους. Είναι τεκμήρια της εμπιστοσύνης στη μαγική διάσταση της γλώσσας, άρα στην ίδια ποίηση. Εμπιστοσύνη που σπάνια τραυματίζεται. Σ’ αυτές τις σπάνιες στιγμές η επιμονή στα λαμπερά επινοήματα υποδηλώνει ότι, για να συνεχιστεί το μέγα παίγνιο της ποίησης, για να μην ανακοπεί ηττημένο από μια πνιγηρή αίσθηση ματαιότητας, ίσως πρέπει να αναλαμβάνεται ακόμα και το σοβαρό ρίσκο της μανιέρας και της ανταπόκρισης στις προσδοκίες του αναγνωστικού κοινού. Ως προς αυτό, η στάση της Δημουλά μοιάζει να έχει κοινά γνωρίσματα με τη στάση του Γιάννη Ρίτσου.

Στον «Ηχο απομακρύνσεων» του 2001, το ποίημα της Δημουλά «Οικοδόμημα» δίνει στην αυτοκριτική τον τολμηρό τόνο του αυτοσαρκασμού. Το θυμίζω: «Πώς πήγε αλήθεια η μεγάλη εκείνη επιχείρηση αισθήματος / που άνοιξες. / Μαθαίνω σε γονάτισε. / Τουλάχιστον ξεμπέρδεψες με τις υποχρεώσεις; / Βοήθησε τη λήθη να χτίσει; / Χρόνια ονειρευότανε / δική της οικογένεια / δικό της σπιτικό / μακριά / μακριά από τη μνήμη / όσων τις αγάπησαν και τις δυο». Πάλι και πάλι το ζεύγος Μνήμη – Λήθη λοιπόν. «Μάντιδα» η μνήμη, έτσι αποκαλείται στο «Χαίρε ποτέ» (1988), και «διπλανή ιέρεια» η Λήθη. Ψυχοπνευματικές συγκάτοικοι, μέσα στις πολεμικές διαφορές τους, και συνεργοί.

Στο ερώτημα προς εαυτόν (αλλά και προς τον αναγνώστη) του ποιήματος, «Πώς πήγε αλήθεια / η μεγάλη εκείνη επιχείρηση αισθήματος / που άνοιξες», η ποιήτρια ιδιοποιείται ευθαρσώς τη γλώσσα της αγοράς και σφετερίζεται την ωμότητά της, αλλά για να την υπονομεύσει. Η ποίηση ορίζεται ως «επιχείρηση», δηλαδή ως επίμονη και συστηματική παραγωγή και διακίνηση ενός μοναδικού προϊόντος, του αισθήματος. Ή μήπως καταγγέλλεται σαν μηχανή μελοδραματισμού, σαν βιοτεχνία οργάνωσης και καλλωπισμού του αισθηματικού υλικού; Είναι σχεδόν αναπόφευκτο να θέσει κάθε ποιητής, ωριμάζοντας, το ερώτημα αυτό στην τέχνη του.

Τα έργα του Γιάννη Δάλλα δεν βρίσκονται μόνο στη βιβλιοθήκη με τα ποιήματα, όπου η βαθιά πολιτική φωνή του συνομιλεί με τον Αναγνωστάκη, τον Σινόπουλο και τον Κατσαρό. Πολυσχιδής προσωπικότητα, υπήρξε λόγιος με πλούσια ποιητική, μεταφραστική και δοκιμιογραφική παραγωγή. Ενας ελληνιστής που –όχι και τόσο αυτονόητο ή συνηθισμένο– γνώριζε βαθιά και τα νεοελληνικά γράμματα και τα αρχαιοελληνικά. Το φανερώνουν οι μελέτες του για τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Βάρναλη, τον Σαχτούρη, τον Θεοτόκη, τον Φιλύρα, τον Οικονόμου. Ολες τους υπήρξαν αποτέλεσμα μιας αναγνωστικής-ανασκαφικής μεθόδου που τολμά, ξέρει να εκμεταλλεύεται και το ταπεινότερο στοιχείο και, χάρη στην πολύ γερή εποπτεία του λογοτεχνικού φαινομένου, προβαίνει σε πρωτότυπες συσχετίσεις και συγκρίσεις.

Το μεταφραστικό του έργο ωφελείται ιδιαίτερα από την απόφαση του φιλολόγου να υπηρετήσει τον ποιητή, να μην τον πνίξει, αλλά και από την ταυτόχρονη απόφαση του ποιητή να ακούει προσεχτικά τον φιλόλογο, να μην τον περιφρονεί παρεξηγώντας τα δικαιώματα της «έμπνευσης». Δεσπόζει εκεί η σχολιασμένη μεταφορά στα νέα ελληνικά (σε τέσσερις τόμους) του έργου όλων των αρχαίων Ελλήνων λυρικών, πράγματι πολύτιμη προσφορά. Μετάφρασε επίσης τα (λιγοστά δυστυχώς) σωζόμενα δημώδη των αρχαίων, επιγράμματα του Πλάτωνα, του Καλλίμαχου και του Ρουφίνου, καθώς και Ρωμανό Μελωδό.

Ταιριάζει πιστεύω εδώ, αντί τέλους, μια εγγραφή από τους εξαιρετικούς «Χρονοδείκτες» του Δάλλα (Γαβριηλίδης, 2004): «Μέσα τη Χούντα ο Φίλιππας [ο Βλάχος] και το εργαστήρι του, στα “Κείμενα”. Παλαιοί και νέοι μπαινοβγαίνοντας και συζητώντας με τις ώρες, ανταλλάσσοντας ιδέες, χαρμανιάζοντας τις εμπειρίες και τις ηλικίες τους. Δίπλα στις κάσες με στοιχεία, πρωτογράμματα, βινιέτες, όλα σπάνια. Και με την πράξη ζωντανή της στοιχειοθεσίας μπροστά στα μάτια μου. Στα πρώτα ράφια η παραγωγή: Το μάτι ν’ αγκιστρώνεται στον Μπρεχτ με τα θεατρικά του, στη νωπή μετάφραση του Μάρκαρη. Και δίπλα εμείς οι μεταπολεμικοί: Σαχτούρης, Κακναβάτος, Αλεξάνδρου, Κατσαρός και Γονατάς. Πιο πίσω η Χατζηλαζάρου, ο Λίκος και ο Φιλητάς και μπρος να διαγράφεται η συνέχεια: ο Γκανάς και ο Μπράβος· και μ’ άλλη γλώσσα και ποιητική η Δημουλά, η Λαϊνά, και απ’ τους νεότατους ο Γιώργος Κακουλίδης. Σαν να προτείνεται καινούρια αφετηρία και εντολή για τη γραφή και την ανάγνωση της ποίησης». Αενάως έτσι.