ΑΠΟΨΕΙΣ

Αμερικής Ελπιδοφόρος: Ταμπού

18s20mssk

Για όσους πίστευαν ακόμη στο ταμπού της ακλόνητης εκκλησιαστικής εξουσίας, η αντιπαράθεση προδιαγραφόταν δύσκολη. Στην πραγματικότητα, όμως, η θέση της Ελλαδικής Εκκλησίας ήταν από την αρχή αδύναμη. Την είχε πρώτος αποδυναμώσει ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής. Αυτοβούλως, χωρίς πίεση από άλλη αρχή, ο Ελπιδοφόρος ήταν ο πρώτος ελληνορθόδοξος ιεράρχης που πήρε μέτρα κατά της επιδημίας. Ηταν ο πρώτος που δικαιολόγησε στους πιστούς του αυτά τα μέτρα σύμφωνα με το δόγμα.

Από τη στιγμή που υπήρχε αλλού ορθόδοξος συμβιβασμός της λατρείας με τη δημόσια υγεία, η Εκκλησία εδώ έχανε το επιχείρημα του δογματικού μονόδρομου. Μετά τον Ελπιδοφόρο, ακολούθησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Αρχιεπισκοπή Τιράνων, η Αρχιεπισκοπή Κρήτης – για να μην πει κανείς για τους μεμονωμένους επισκόπους που είχαν δημοσίως αφήσει να διαφανεί ότι συμφωνούσαν με την αναστολή λειτουργίας των ναών.

Αυτή η σχετικοποίηση της αυθεντίας της Ελλαδικής Εκκλησίας έναντι των πιστών της ήταν που στην πραγματικότητα απελευθέρωσε και τις δυνατότητες χειρισμών του Μαξίμου. Οσο περισσότερο ανέβαινε το επίπεδο συνειδητοποίησης για τον ιό, τόσο αυξανόταν και η πίεση προς την ιεραρχία.

Λένε πως οι δύο πλευρές είχαν να αντιμετωπίσουν και εσωτερικές πιέσεις: Ο Μητσοτάκης είχε τους συντηρητικούς του κόμματός του, που εξαρτούν την πολιτική τους ύπαρξη από το ποίμνιο. Ο Αρχιεπίσκοπος είχε τη συνιστώσα των ζηλωτών, που χρησιμεύει παγίως και ως δικαιολογία για την περιχαράκωση του ιδίου σε ανελαστικές θέσεις έναντι της πολιτείας.

Αποδείχθηκε ότι  η Αρχιεπισκοπή υπερεκτίμησε τις εσωκομματικές αντιστάσεις της συμπολίτευσης. Υπερεκτίμησε, δηλαδή, τη δική της επιρροή. Αν μιλούσαμε για πολιτικό οργανισμό, θα λέγαμε ότι έχασε την επαφή της με την κοινωνική πραγματικότητα – και ας επαίρονται ορισμένοι ιεράρχες ότι είναι ασυναγώνιστοι «στο μπαλκόνι».

Αρκούσε να δει κανείς την εικόνα των μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να συνεδριάζουν αφήνοντας μεταξύ τους άδεια έξι – επτά καθίσματα, ενώ στο βήμα, δίπλα στον Αρχιεπίσκοπο, είχε επιστρατευθεί για να τους διαφωτίσει ο καθηγητής Τσιόδρας.

Η εικόνα αυτή –των ιεραρχών που ακολουθούν τις οδηγίες της επιστήμης αποφεύγοντας την επαφή μεταξύ τους, αλλά κηρύσσουν τάχα αβλαβή τον συγχρωτισμό των εκκλησιαζομένων– πιστοποιούσε την αυτοπεριθωριοποίηση της ιεραρχίας. Πιστοποιούσε ότι είχε εξαρχής επιλέξει να δώσει μια χαμένη μάχη, τη λάθος στιγμή.

Στην αρχή της κρίσης, η κυβέρνηση όντως δεν είχε το έρεισμα για να επιβάλει την αναστολή της λειτουργίας των ναών. Δεν το είχε, αλλά της το έδωσε η Εκκλησία.

Σημασία τελικά δεν έχει αυτή η διελκυστίνδα ισχύος. Στη χάση της πανδημικής καμπύλης –τότε που θα μετράμε ζώντες και τεθνεώτες– αυτή τη διελκυστίνδα δεν θα τη θυμάται κανείς.