ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια ηλιόλουστη μέρα στο Λος Aντζελες

Αν ποτέ επισκεφθείτε την πόλη των Αγγέλων, πρέπει να είστε πραγματικά άτυχοι άνθρωποι για να μην πετύχετε ήλιο. Βρέχει μόλις 36 ημέρες τον χρόνο, μετά βίας δηλαδή το 10% των ημερών του έτους.

Τόσες, εκτιμούσαν τα εγκυρότερα εκλογικά μοντέλα, ήταν και οι πιθανότητες του Τραμπ να επανεκλεγεί. Κι όμως, το βράδυ της 3ης Νοεμβρίου, τα πράγματα φάνηκαν να κρέμονται σε μια κλωστή. Ευτυχώς, παρά τα σύννεφα που μαζεύτηκαν αποβραδίς, στο τέλος ξημέρωσε μια ωραία μέρα.

Ολα έχουν γραφτεί και λεχθεί. Μια επανεκλογή Τραμπ θα συνιστούσε εφιάλτη για την Αμερική και κακό παράδειγμα για ολόκληρο τον κόσμο. Διαπιστώθηκε αμέσως. Η άρνηση Τραμπ να αποδεχθεί την ήττα, οι καταγγελίες περί νοθείας και η χρησιμοποίηση του κρατικού μηχανισμού προκειμένου να αντιστραφεί το αποτέλεσμα τον κατατάσσουν στην ίδια παρέα με κάτι δικτάτορες τύπου Λουκασένκο.

Ο Τραμπ, βέβαια, ηττήθηκε πρωτίστως γιατί είναι ένας κακός και ανήθικος άνθρωπος. Ανθρώπινο και αισιόδοξο μήνυμα! Ακόμη και στην πολιτική κάποιες φορές, μετράει η καλοσύνη.

Ευρύτερα, η εκλογή Μπάιντεν συνιστά νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας ενάντια στους εχθρούς της. Δεν κέρδισαν μόνο οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ αλλά όλοι οι δημοκρατικοί άνθρωποι παντού. Φάνηκε και από τον βαθμό ενδιαφέροντος και τη συγκίνηση που προκάλεσαν αυτές οι εκλογές διεθνώς.

Το διαπίστωσα και στο προσωπικό μου περιβάλλον. Από μιαν άποψη ήταν αστείο, σχεδόν σουρεαλιστικό. Εχω ορκισμένους αντιδεξιούς φίλους, οι οποίοι αντιπαθούν τον Μητσοτάκη σε βαθμό υστερίας. Κι όμως, θα πήγαιναν ακόμη και κολυμπώντας να ψηφίσουν Μπάιντεν, ο οποίος αν δεν είναι δεξιότερα, σίγουρα δεν είναι πολύ αριστερότερα του Ελληνα πρωθυπουργού.

Εχω επίσης φανατικούς αντιΣΥΡΙΖΑ φίλους, που ακούν Τσίπρας και «τρελαίνονται». Κι όμως, θα έτρεχαν «με χίλια» για να καταψηφίσουν τον Τραμπ, επιλέγοντας τον κεντροαριστερό «κρατιστή» Μπάιντεν. Ακόμη και κάποιον σαν τον Μπέρνι Σάντερς, που από κάθε άποψη είναι πιο αριστερός από τον Τσίπρα, θα ψήφιζαν αν χρειαζόταν.

Αυτή η κατάσταση γεννά προβληματισμό. Πώς συμβαίνει και άνθρωποι που περνιόνται εδώ για «εχθροί» να αισθάνονται «συμπολεμιστές» όταν αναφέρονται στις εξελίξεις στην Αμερική ή αλλού; Υπάρχει λογική σε αυτό;

Βεβαίως δεν αναφέρομαι σε όλους στη Ν.Δ. ή στον ΣΥΡΙΖΑ. Μερικοί στη Ν.Δ. –ας μην πούμε ονόματα και χαλάσουμε τις καρδιές μας πάλι– φαντασιώνονται μια ηγεσία τύπου Τραμπ και στην Ελλάδα. Αλλοι, στον ΣΥΡΙΖΑ, θα προτιμούσαν οποιονδήποτε από το να αναγκάζονταν να υποστηρίξουν έναν κεντρώο σαν τον Μπάιντεν.

Οι παραπάνω τάσεις, όμως, είναι μειοψηφικές. Η πλειονότητα της ηγεσίας και των στελεχών των δύο μεγάλων κομμάτων είδε το αποτέλεσμα στις ΗΠΑ με χαρά και ανακούφιση. Ανεξαρτήτως του τι πιστεύουμε, οι καθιερωμένες πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα μοιράζονται σημαντικό αριθμό κοινών αξιών, αντιλήψεων και πολιτικών.

Εχουμε, όμως, την τάση να πολωνόμαστε σαν να μην υπάρχει αύριο, υπερτονίζοντας και δραματοποιώντας τις διαφορές μας. Ο πολωμένος δικομματισμός της μεταπολίτευσης Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ χρεοκόπησε μεν το 2012, αλλά ένας νέος δικομματισμός, καρικατούρα του προηγούμενου, εξίσου ζημιογόνος, ανέτειλε.

Συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε με ψυχροπολεμικούς όρους, με φορτισμένες παραταξιακές πολώσεις. Μελό και ρηχοί ως λαός, επικαλούμαστε διαρκώς το παρελθόν για να δώσουμε περιεχόμενο στο παρόν.

Δυστυχώς, στην Ελλάδα, η συναίνεση είναι ένα ταγκό που θέλει να το χορέψει πότε ο ένας και πότε ο άλλος, αλλά ποτέ και οι δύο ταυτόχρονα. Ο πρωθυπουργός από υπεραισιοδοξία αγνόησε τη συναινετική στάση που επέδειξε αρχικά ο Αλ. Τσίπρας για κάποιους μήνες. Ο τελευταίος έχασε, κακώς, γρήγορα την υπομονή του, μη βρίσκοντας ανταπόκριση από την κυβέρνηση, από τα ΜΜΕ αλλά ακόμη και από το κόμμα του (αντίστροφα είχαν συμβεί τα πράγματα με τον Μεϊμαράκη το 2015). Ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει τώρα έναν σκληρό αντιπολιτευτικό λόγο, επικεντρωμένος στην καθημερινότητα της πανδημίας επειδή αντιλαμβάνεται πως έτσι «ακούγεται» δυνατότερα. Φαύλος κύκλος.

Η χώρα πρέπει να καταπολεμήσει τις πολιτικές της πόλωσης, όχι απλώς χάριν της πιο αποτελεσματικής διακυβέρνησης, αλλά επειδή αυτό πρωτίστως βοηθάει τη δημοκρατία να ευημερεί. Χρειάζονται συγκλίσεις πολιτικών και προσώπων. Ενας τεχνοκράτης υπουργός Υγείας κοινής αποδοχής θα ήταν μια εξαιρετική ιδέα τον Μάρτιο. Τώρα χάθηκε η ευκαιρία.

Χρειαζόμαστε μια μακράς πνοής κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού, που θα επουλώσει τα τραύματα των προηγούμενων ετών, θα συγκολλήσει τη διαρρηγμένη ενότητα και θα θεμελιώσει κουλτούρα συναίνεσης. Οχι τίποτε άλλο, μη καμιά μέρα ένας Ελληνας Τραμπ γεννηθεί από την πόλωση.
 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.