ΑΠΟΨΕΙΣ

Η καταλυτική δύναμη του παραδείγματος

Γιατί ένας άνθρωπος που καθημερινά έρχεται σε επαφή με ασθενείς, που εργάζεται και κινείται μέσα σε νοσοκομείο, που έχει δει ασθενείς με κορωνοϊό και, ακόμα κι αν δεν τους έχει νοσηλεύσει ο ίδιος, έχει ακούσει από το άμεσο εργασιακό περιβάλλον του την επικινδυνότητα, τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες της ασθένειας, αρνείται πεισματικά να κάνει το εμβόλιο; 

Τα στοιχεία για τα ποσοστά εμβολιασμού του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού της χώρας είναι τουλάχιστον απογοητευτικά: σχεδόν οι μισοί νοσηλευτές και αρκετοί γιατροί επέλεξαν να μην εμβολιαστούν. Είχαν τη δυνατότητα, καθώς σε αυτές τις κατηγορίες εργαζομένων δόθηκε προτεραιότητα μόλις άρχισε η παράδοση εμβολίων στη χώρα μας, αλλά δήλωσαν ότι δεν θέλουν να εμβολιαστούν. Μοιάζει με επιλογή υπονομευτική για την ίδια την επιστημονική κατάρτισή τους. Το να ασπάζονται δηλαδή θεωρίες με ανύπαρκτη επιστημονική βάση, να συστρατεύονται με αμφιβόλου προέλευσης και τουλάχιστον σαθρής αιτιολόγησης αντιεμβολιαστικά επιχειρήματα, ορθώνοντας αναχώματα στη λογική και στη στοιχειώδη αίσθηση αυτοπροστασίας έναντι της αυξημένης έκθεσης στον ιό. Διαμορφώνεται μια εξαιρετικά άβολη κατάσταση και προκύπτει μια ιδιαιτέρως δύσκολη εξίσωση: από τη μια, ένα σημαντικό μέρος του «στρατού» στην πρώτη γραμμή της μάχης με τον ιό παραμένει ευάλωτο, αρνείται να αξιοποιήσει το ισχυρότερο έως τώρα όπλο απέναντι στην πανδημία. Από την άλλη, αυτή η επιλογή μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά για τη διστακτικότητα μέρους του γενικού πληθυσμού, που σε τελική ανάλυση δεν έχει άμεση πρόσβαση στην επιστημονική εξήγηση του τρόπου λειτουργίας των εμβολίων. Και σίγουρα, ρίχνει νερό στον μύλο του αντιεμβολιαστικού κινήματος: «Δεν το κάνουν οι γιατροί και οι νοσηλευτές που ξέρουν, θα το κάνουμε εμείς;». 

Ποιος ψεκάζει (και) τα νοσοκομεία μας;

Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Ανάλογη διστακτικότητα σε ιατρονοσηλευτικό προσωπικό έναντι του εμβολιασμού έχει εμφανιστεί σχεδόν σε όλες τις χώρες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, νοσοκομείο του Χιούστον επέλεξε να προσφέρει πριμ για να επιταχύνει τον εμβολιασμό του προσωπικού. Επιφυλάξεις εκ μέρους των γιατρών και νοσηλευτών καταγράφονται και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Η ανησυχία, ωστόσο, από αυτή τη στάση είναι μεγάλη. Γιατί ο μέσος πολίτης θα απευθυνθεί σε κάποιο γιατρό ή νοσηλευτή για να πάρει απαντήσεις σε σχέση με τις δικές του αγωνίες για το εμβόλιο. Οι ενδοιασμοί και η άρνηση σε αυτές τις κατηγορίες επαγγελματιών υγείας έχουν πολλαπλασιαστική επίδραση στην κοινότητα. Οπως επίσης η παραπληροφόρηση και συχνά η άγνοια για τον τρόπο δράσης των εμβολίων ανάμεσα σε επαγγελματίες της υγείας. Ο οικογενειακός γιατρός φιλικής οικογένειας, όταν η 95χρονη γιαγιά έκανε το εμβόλιο, συνέστησε στους υπολοίπους να την πλησιάζουν με προσοχή και πάντα φορώντας μάσκα, γιατί κινδύνευαν να τους μεταδώσει τον ιό. Χρειάστηκε να μιλήσουν με άλλους γιατρούς, ρωτώντας εξαντλητικές λεπτομέρειες για τη δράση του εμβολίου, προκειμένου να πειστούν ότι αυτό δεν ισχύει. 

Το παρήγορο στοιχείο είναι ότι στον γενικό πληθυσμό τα ποσοστά εκείνων που δηλώνουν πρόθυμοι να εμβολιαστούν παρουσιάζουν διαρκώς αυξητική τάση. Ενδεχομένως διότι βλέπουν ότι δεν καταγράφονται παρενέργειες σε όσους έχουν ήδη εμβολιαστεί. Η δύναμη του παραδείγματος και στη μία και στην άλλη περίπτωση, καταλυτική.